Eπιμέλεια: Kατερίνα Καρσιώτη

Το 3ο ΣΔΕ Θεσσαλονίκης του Γενικού Καταστήματος Κράτησης Διαβατών

  “Μιλάει για την Τέχνη, μιλάει για τον Πολιτισμό, μιλάει για τον Άνθρωπο”

Η σπουδαία συνθήκη του Μητροπολιτικού Οργανισμού Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης_ΜΟΜus με την έκθεση που παρουσίασε Τίμιοι και Παράνομοι – Πρόσωπο, Ελευθερία, Σιωπή επανέφερε στην επιφάνεια το θέμα του πως μέσω του πολιτισμού δημιουργούνται συνθήκες επανένταξης. Μία έκθεση για την τέχνη και την κοινωνία η οποία αποτέλεσε μια πραγματική σύμπραξη μεταξύ καλλιτεχνών και εκπαιδευόμενων. Μία φωτεινή δίοδος, μία διαφορετική μετάφραση όπου το το το 3ο ΣΔΕ Θεσσαλονίκης του Γενικού Καταστήματος Κράτησης Διαβατών “μίλησε” για την Τέχνη, “μίλησε” για τον Πολιτισμό, “μίλησε” για τον Άνθρωπο…

Η φυλακή αποτελεί μία από τις «ετεροτοπίες» του Michel Foucaul, τους χώρους που υφίστανται δηλαδή ως χώροι ετερότητας, παράλληλα με υπάρχοντες τόπους αντανακλώντας την κοινωνία στην οποία βρίσκονται. Σε αυτό το πλαίσιο, ο χώρος του σχολείου της φυλακής προσεγγίζεται ως μέρος μιας ευρύτερης οντότητας: ενός μηχανισμού, ο οποίος με τη σειρά του αποτελεί την έκφραση ενός λόγου.

Πρόκειται για ένα είδους ερευνητικής μεταξύ της «ετερότητας» και της «ομοιότητας», μεταξύ του «μέσα» και του «έξω» αλλά και αντίστροφα. Δύο κόσμοι στην προκειμένη περίπτωση έχουν την ευκαιρία να συναντηθούν και να προσφέρουν έναν ατέρμονο διάλογο, μια συζήτηση κάτω από εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Από την μία ο κόσμος της Τέχνης και από την άλλη ο Κόσμος της Παραβατικότητας. Που συγκλίνουν, που απομακρύνονται, που συγχέονται…

Δύο θεσμοί επίσης που τυχαίνει να αποτελούν και τις δύο ετεροτοπίες του Foucault, η Φυλακή και το Μουσείο αλληλεπιδρούν μέσα στον ίδιο ακριβώς  αστικό ιστό δημιουργώντας ένα είδος μεικτής, ενδιάμεσης εμπειρίας, ένα είδος καθρέφτη. Άνθρωποι από ολωσδιόλου διαφορετικές ομάδες που υπό άλλους όρους και συνθήκες δεν θα συναντιούνταν και δεν θα συνυπήρχαν ποτέ βρίσκουν  το κοινό σημείο τομής και  υπό τον κοινό παρανομαστή του εικαστικού γίγνεσθαι  συνδημιούργησαν  στην έκθεση  «Τίμιοι παράνομοι – Πρόσωπο. Ελευθερία. Σιωπή», που παρουσίασε το MOMus-Πειραματικό Κέντρο Τεχνών στην Αποθήκη Β1 στο λιμάνι Θεσσαλονίκης.

Ο Πολιτισμός άλλωστε δημιουργεί εκείνο τον δρόμο που οδηγεί στην ομαλή επανένταξη, στην επικοινωνία, στον διάλογο, στην ουσιαστική σύμπραξη  με τα πεδία των εικαστικών και των παραστατικών τεχνών να αλληλεπιδρούν με τις ομάδες φέρνοντας στο φως το πιο ελπιδοφόρο και αισιόδοξο μήνυμα.

 Μέσα από την ματιά

της επιμελήτριας της έκθεσης, Σοφία – Ελίζα Μπουρατσή  και της Διευθύντριας του Σ. Δ. Ε. Θεσσαλονίκης του Γενικού Καταστήματος Κράτησης Διαβατών & Σύμβουλος-Συντονίστρια Εκπαίδευσης, Μαίρη Γκρίζου.

Σωφρονιστικά Ιδρύματα, Ενσωμάτωση, Κοινωνία : H τοποθέτηση σας σχετικά με το γεγονός ότι μέσω της επαφής των κρατουμένων με τον πολιτισμό διαμορφώνονται υγιείς προσωπικότητες;  Συνθήκη που θα έπρεπε να  είχε ήδη διαμορφωθεί στα περισσότερα σωφρονιστικά ιδρύματα ή σχολεία δεύτερης ευκαιρίας…

Η ευελιξία του προγράμματος και η φιλοσοφία των Σ. Δ. Ε. είναι υπέρ της επαφής των εκπαιδευομένων με τις διαφορές μορφές τέχνης και μέσω των γραμματισμών, των projects  και των επισκέψεων. Πολύ περισσότερο αυτό ισχύει για τα Σ. Δ. Ε. των φυλακών όπου φέρνουμε την τέχνη αφού  οι δικοί μας εκπαιδευόμενοι δεν μπορούν να βγουν έξω. Στο δικό μας Σ. Δ. Ε.αρχικά φέρναμε θεατρικά σχήματα(Κ. Θ. Β. Ε. και άλλα) και μουσικά σχήματα . Εδώ και 7 χρόνια έχουμε εργαστήρι Δημιουργικής Γραφής  σε συνεργασία με το Μ. Π. Σ. « Δημιουργικής Γραφής» Δυτικής Μακεδονίας και έχουν εκδοθεί μέχρι στιγμής 5 βιβλία με επιστημονικά κείμενα.Στη συνέχεια αρχίσαμε εργαστήρια όπου οι κρατούμενοι δεν ήταν παθητικοί δέκτες αλλά συνδημιουργοί (θεατρικά έργα βασισμένα σε δικά τους κείμενα, μουσικά δρώμενα με δική τους μουσική  σε συνεργασία με την Ε. Λ. Σ., ζωγραφική σε συνεργασία  με φοιτητές της Σχολής Καλών Τεχνών κ. ά.). Ο ενθουσιασμός τους γέννησε την ιδέα για πιο συντονισμένα εργαστήρια των οποίων το αποτέλεσμα ήταν τελικά η έκθεση Τίμιοι-Παράνομοι.

Πως η τέχνη βοηθά τους κρατουμένους να ξεπεράσουν τον προηγούμενο βίο  και τον εγκλεισμό και να δημιουργήσει προϋποθέσεις επανένταξης;

Η εκπαίδευση και η επαφή με διάφορες μορφές τέχνης απαλύνει τα δεινά του εγκλεισμού και βοηθά να γεμίσει το «νεκρό χρόνο» της φυλακής. Επιπλέον οι εκπαιδευόμενοι  ανακαλύπτουν πλευρές του εαυτού τους που δεν γνώριζαν , εκφράζουν τις σκέψεις τους μέσα από τον γραπτό λόγο και από τη ζωγραφική , παρόλο που οι περισσότεροι είναι αλλοδαποί, και κυρίως τονίζεται η αυτοπεποίθηση τους , κάτι που το σύστημα της φυλακής τους  καταρρακώνει. Αποκτούν λοιπόν αυτοπεποίθηση, μαθαίνουν να αυτενεργούν και να στέκονται κριτικά στη προηγούμενη ζωή τους. Έτσι βγαίνουν πιο δυνατοί ώστε να επανενταχθούν στη κοινωνία.

 

Κάθε κοινωνία διαμορφώνει και την δική της «φυλακή».  Για να περιπέσει κάποιος-α σε ένα αδίκημα ουσιαστικά κάτι λάθος δόθηκε από την κοινωνία. Αυτό σημαίνει ότι  όταν θα εισέλθει μέσα σε ένα σωφρονιστικό ίδρυμα το εύλογο είναι να το δοθεί μια δεύτερη ευκαιρία, να του δοθούν τα φόντα εκείνα για μια καλύτερη ζωή στο μέλλον και κυρίως ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης.  Kαι στο σημείο αυτό ο Πολιτισμός δύναται να λειτουργήσει ως μέσο επανένταξης…

Η φυλακή το μόνο που κάνει είναι να τους περιορίσει σε ένα συγκεκριμένο χώρο. Η σκέψη όμως δεν φυλακίζεται και εδώ έρχονται οι εκπαιδευτικές δομές που υπάρχουν στα Κ. Κ. ( κυρίως τα Σ. Δ. Ε.) και οι θεραπευτικές κοινότητες του Κ. Ε. Θ. Ε. Α. – Προμηθέας να προσφέρουν τύπους «σωφρονισμού». Προσωπικά δεν πιστεύω στην έννοια του σωφρονισμού όπως το εννοεί η φυλακή αλλά στη δύναμη της παιδείας που βοηθά στον μετασχηματισμό ενός κρατούμενου σε εκπαιδευόμενο που διψά για μάθηση και για νέα ερεθίσματα και που παρομοιάζει αυτά τα πολιτιστικά προγράμματα με τη «νόμιμη απόδραση» η οποία λειτουργεί σαν το καλύτερο μέσο επανένταξης μετά την αποφυλάκιση.

Πως προέκυψε η ιδέα της συγκεκριμένης έκθεσης και ποια βασικά στοιχεία της ουσιαστικά ήταν «ανάγκη» να εξωτερικευτούν;

Η έκθεση προέκυψε σαν ανάγκη και σαν δώρο.

Kάποιοι από εμάς (εγώ από το 2016 κάθε χρόνο), ο Αλέξανδρος Πλωμαρίτης (2016, 2017) και ο Γιώργος Γεροντίδης (2018) είχαμε ήδη πάει στο Σχολείο Δεύτερης ευκαιρίας που βρίσκεται στις φυλακές Διαβατών. Το 2016 πήγαμε στο πλαίσιο του προγράμματος ΜΕΣΑ και από το 2017 και μετά στο πλαίσιο του θερινού σχολείου που διοργανώνει η Μαίρη Γκρίζου, διευθύντρια του σχολείου και συντονίστρια εκπαίδευσης στη φυλακή.

Όλοι μας θέλαμε να μεταφέρουμε «στην κοινωνία», όπως αποκαλούν οι έγκλειστοι το έξω, τις φωνές των εκπαιδευομένων μας αλλά και την ιδιαίτερη εμπειρία που μοιραζόμασταν μαζί τους. Η Συραγώ Τσιάρα, τότε διευθύντρια του Κέντρου Σύγχρονης Τέχνης (νυν MOMus – Πειραματικό Κέντρο Τεχνών) δέχτηκε αμέσως την πρότασή μου για μια έκθεση που θα εξέφραζε όλη αυτή τη διαδικασία και την ευχαριστώ πολύ διότι έτσι πήραν μορφή οι Τίμιοι Παράνομοι. Έτσι ξεκίνησε μία εξαιρετική συνεργασία με το MOMus και συνεχίστηκε και η πανέμορφη σύμπραξη με την Μαίρη Γκρίζου, τους καλλιτέχνες (που έγιναν 9), αλλά κυρίως με τους ανθρώπους για τους οποίους γίνεται όλο αυτό το εγχείρημα: με τις εκπαιδευόμενες και τους εκπαιδευόμενους του σχολείου της φυλακής που λένε ότι το μουσείο έγινε το παράθυρο επικοινωνίας τους «προς την κοινωνία».

Πρόκειται για μία ερευνητική που εξετάζει το «μέσα» και το «έξω». Yπάρχει κάποια κόκκινη γραμμή που σας δυσκόλεψε; Και τελικά πόσο διαφέρει αυτό το «μέσα» από αυτό το «έξω»;

Το μέσα και το έξω δεν έχουν απολύτως κανένα κοινό στοιχείο πέρα του γεγονότος ότι παράγονται και κατοικούνται από την ίδια κοινωνία, αλλά όχι από τα ίδια κοινωνικά στρώματα.

Κόκκινη γραμμή σίγουρα ήταν οι περιορισμοί που επιβάλλει η φυλακή. Επίσης, οι καλλιτέχνες δεν έχουν συνηθίσει να ακούν ότι τα υλικά που χρησιμοποιούν απαγορεύονται, ενώ οι αντίξοες συνθήκες απαιτούν ψυχική δύναμη και θετική ενέργεια εκ μέρους όποιου μπαίνει μέσα στη φυλακή. Όλες αυτές οι δυσκολίες ξεπερνιούνται όμως χάρη στην πίστη στα ανώτερα ανθρώπινα ιδανικά που χαρακτηρίζει το συγκεκριμένο σχολείο και την ομάδα του.

Βεβαίως, εάν δεν είχαμε την απόλυτη υποστήριξη και εμπιστοσύνη της διευθύντριας του σχολείου (που ανέλαβε όλη τη γραφειοκρατία για την έκδοση αδειών για τους καλλιτέχνες) και των προηγούμενων Υπουργείων Δικαιοσύνης και Παιδείας τίποτε από όλα αυτά δε θα είχε γίνει. Ελπίζω και οι τωρινοί υπεύθυνοι να καταλάβουν πόσο σημαντικές είναι αυτές οι δουλειές για την κοινωνία και να συνεχίσουν να τις υποστηρίζουν.

Ποιοι είναι εκείνοι οι άξονες ή αλλιώς εκείνες οι θεματικές που κατά την ενασχόληση και εργασία σας εντός των σχολείων δεύτερης ευκαιρίας αντιλαμβάνεστε πως είναι απαραίτητο να εκδηλωθούν μέσω της τέχνης;

Παρατηρώντας, ακούγοντας και δουλεύοντας με τους έγκλειστους εκπαιδευόμενους διαμορφώθηκε μια επαφή με τις συνθήκες που βιώνουν, σχέση που προσωπικά εξέλιξα σε μια μορφή άτυπης θεωρητικής έρευνας. Κύριοι άξονες και προβληματισμοί αυτής της έρευνας ήταν οι παράλληλες θεματικές της ιδρυματοποίησης, της επιρροής της στο σώμα και στη σκέψη, της κίνησης (του προαυλισμού), της εικόνας του σώματος, της διαμόρφωσης της έννοιας της ταυτότητας και του προσώπου (που ο νόμος θέλοντας να το προστατέψει απαγορεύει την δημοσιοποίησή του), της υποχρεωτικής συμβίωσης, της ελευθερίας, της σιωπής, της έννοιας του χρόνου και της ετεροχρονίας, του ορίου και τέλος, του σωφρονισμού στη χώρα μας. Αυτή η έρευνα εμπλουτίστηκε εικαστικά με καλλιτέχνες που επέλεξα βάσει των σχέσεων που έβλεπα μεταξύ των πρακτικών τους και μιας κριτικής αισθητικής προσέγγισης του εγκλεισμού.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Ποιο είναι τo βασικό διακύβευμα της συγκεκριμένης εικαστικής έκθεσης και ποια «αλλαγή» ή ποια «απάντηση» καλείται να φέρει;

Η τέχνη δεν αλλάζει τον κόσμο αλλά αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.

Η έκθεση βασίζεται στη δυνατότητα της σύγχρονης τέχνης να δημιουργεί χωροχρονικά πλαίσια μέσα στα οποία μπορούν συνδημιουργήσουν άνθρωποι που υπό άλλους όρους δεν θα συναντιόντουσαν ποτέ και προσπαθεί να λειτουργήσει σαν καθρέπτης: ανοίγει ένα παράθυρο προς την φυλακή και διαλεκτικά ανοίγει ένα παράθυρο από τη φυλακή προς «την κοινωνία» όπως λένε οι κρατούμενοι το έξω. Αυτός ο στόχος επιτεύχθηκε.

Αν δεν είχαμε περάσει την κρίση του κορονοϊού, το παράλληλο πρόγραμμα θα είχε επιτρέψει να γίνουν αρκετές δημόσιες συζητήσεις, να τεθούν ερωτήματα στο κοινό και να συναντηθούν άνθρωποι που υπό άλλες συνθήκες δε θα συναντιόντουσαν ποτέ – όπως έγινε στα εγκαίνια, όπου ήρθαν πολλοί πλέον ελεύθεροι εκπαιδευόμενοι με τους δικούς τους, με φίλους, αλλά και οικογένειες παιδιών. Το κλασικό κοινό της σύγχρονης τέχνης ανακατεύτηκε με άλλους ανθρώπους, που έρχονταν για πρώτη φορά σε μουσείο: ήταν κάτι ειλικρινά πανέμορφο.

Όσον αφορά το κομμάτι των εργαστηρίων στη φυλακή, ήθελα πρώτα απ’ όλα οι εκπαιδευόμενοι να έρθουν σε επαφή με τη σύγχρονη τέχνη, να νιώσουν αυτή την ένταση και αυτό το ταξίδι που μόνο η τέχνη προκαλεί. Στη συνέχεια θέλησα να τους δοθεί η ευκαιρία να επικοινωνήσουν με το σώμα τους (και για το σώμα τους), με σχέδιο, με ήχους, και γενικά με μη λεκτικούς τρόπους έτσι ώστε τα διάφορα όρια του λόγου να ανασταλούν, έστω για λίγο. Ήθελα «τα παιδιά μας» να νιώσουν αυτή την ιδιαίτερη αισθητική απόλαυση και να αισθανθούν αυτό το μαγικό που κάνει η τέχνη. Αν είχα ένα μαγικό ραβδί θα ήθελα τα εργαστήρια να είχαν κρατήσει περισσότερο από μία εβδομάδα (4 ώρες/μέρα επί 5 ημέρες σε κάθε τμήμα και για κάθε καλλιτέχνη) έτσι ώστε να είχαμε δουλέψει σε άλλο βάθος.

Βασικό επίσης διακύβευμα αυτής της έκθεσης ήταν να είναι τέχνη– δεν κάναμε ούτε art therapy, ούτε δημοσιογραφία.

Διαφορετικές ομάδες συνεργάζονται κάτω από μία διαφορετική συνθήκη αλλά με κοινό παρανομαστή την τέχνη. Tι αποκομίσατε απότην όλη αυτή διαδικασία;

Οι Τίμιοι Παράνομοι είναι μία συλλογική δουλειά που εμπλέκει 130 εκπαιδευόμενες και εκπαιδευόμενους, 9 καλλιτέχνες που έδωσαν εργαστήρια, 5 μουσικούς που έπαιξαν στο σχολείο της φυλακής και όλους τους ανθρώπους που δε φαίνονται (οι σωφρονιστικοί υπάλληλοι του σχολείου, οι οικογένειες που ήρθαν στα εγκαίνια, η ομάδα του Πειραματικού Κέντρου Τεχνών κ. λ. π.). Το μεγαλύτερο δώρο νομίζω ότι είναι η ίδια η σύμπραξη και η συλλογικότητα. Ήμασταν όλοι μαζί στην ίδια βάρκα με έναν κοινό στόχο και αυτό είναι πολύ όμορφο και πολύ σημαντικό κυρίως στην εποχή μας έτσι όπως αυτή διαμορφώνεται.

Mέσα από την σύμπραξη αυτών των δύο διαφορετικών κόσμων η ομοιότητα τελικά που βρίσκεται;

Είμαστε όλοι άνθρωποι, μας έχει όμως χωρίσει η κοινωνία (και η τύχη) και εμείς συνήθως τείνουμε να αναπαράγουμε αυτόν τον διαχωρισμό.

Πριν από 50 περίπου χρόνια ο Michel Foucault έδωσε την φοβερή του ομιλία «Περί αλλοτινών χώρων[1]».

Οι ετεροτοπίες, αποτελούν για τον Γάλλο φιλόσοφο πραγματικούς φυσικούς ή πνευματικούς χώρους που δρουν ως χώροι ετερότητας παράλληλα με υπάρχοντες τόπους. Tους  χαρακτηρίζουν αρχές: α. είναι χώροι στους οποίους οι νόρμες συμπεριφοράς αναστέλλονται  (ετεροτοπίες της απόκλισης όπως  μια ψυχιατρική κλινική ή μια φυλακή) και β. έχουν μία ακριβή και καθορισμένη λειτουργία αντανακλώντας την κοινωνία στην οποία βρίσκονται κ. λ. π. Ενώ λοιπόν η φυλακή είναι μία ετεροτοπία της απόκλισης, το μουσείο αποτελεί ετεροτοπία στην οποία « ο χρόνος δεν σταματά να συσσωρεύεται και να σκαρφαλώνει στο ζενίθ του, ενώ τον 17ο αιώνα, ακόμη και στα τέλη του, τα μουσεία και οι βιβλιοθήκες αποτελούσαν έκφραση ατομικής επιλογής.

Οι Τίμιοι Παράνομοι είναι λοιπόν ένα project που λειτουργεί σαν καθρέπτης περνώντας από την μία ετεροτοπία στην άλλη, καθ’ όλη τη διάρκεια της έκθεσης. Πρόκειται λοιπόν για τη συμπαράθεση δύο κόσμων (της τέχνης και της παραβατικότητας) και δύο θεσμών που τυχαίνει να είναι και οι δύο ετεροτοπίες.

Είναι βέβαια πρώτα απ’ όλα μία συνάντηση ανάμεσα σε ανθρώπους που υπό άλλες συνθήκες δε θα συναντιόντουσαν ποτέ. Αυτοί οι άνθρωποι συναντήθηκαν και συνεργάστηκαν μέσω του 3ου Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας Θεσσαλονίκης που βρίσκεται στο Γενικό Κατάστημα Κράτησης, στα Διαβατά.

 

 

 

 

 

 

 

 

Κατά την περιήγηση στην έκθεση ξεχωρίζει κανείς τα έργα των εκπαιδευόμενων από εκείνα των καλλιτεχνών;

Τα κείμενα και έργα των κρατούμενων δε διαχωρίζονται επιμελητικά από αυτά των καλλιτεχνών ή από τα συλλογικά έργα (που είναι συνεργασίες των καλλιτεχνών με τους εκπαιδευόμενους) και αυτός ο συλλογισμός έχει σαν σκοπό να δημιουργηθεί ένα μικρό παιχνίδι, μια μικρή αμηχανία στον επισκέπτη μέχρι να τα κοιτάξει καλύτερα ή να διαβάσει τις λεζάντες.

Θα μπορούσε αυτή η έκθεση να αποτελεί ένα work in progress με την έννοια ότι κάθε τόσο ένα μουσείο, μία εικαστική έκθεση, ένα εικαστικό γεγονός να “φιλοξενείται” στα σχολεία δεύτερης ευκαιρίας με τους εκπαιδευόμενους να έρχονται κάθε φορά όλο και πιο κοντά στην τέχνη, στον πολιτισμό, στον διάλογο και στην επικοινωνία;

Μακάρι να μπορούσαμε να μεταφέρουμε την έκθεση στη φυλακή! Δείξαμε ό, τι μπορούσαμε σε βίντεο και φωτογραφίες και εκτυπώσαμε πολλά από τα άρθρα που δημοσιεύτηκαν. Σίγουρα αυτό το πρότζεκτ είναι ένα πρώτο βήμα που θέλουμε να εξελίξουμε.

«Χορέψτε, χορέψτε, αλλιώς χανόμαστε», έλεγε η Pina Bausch.

Δεν πιστεύω στον κοινωνικό ρόλο της τέχνης με την έννοια ότι δε μπορεί η τέχνη να αναλάβει τις ευθύνες της πολιτείας και να λύσει τα κοινωνικά προβλήματα. Πιστεύω όμως στο δικαίωμα του κάθε πολίτη να έρχεται σε επαφή με την τέχνη και στην επείγουσα ανάγκη της εξέλιξης των πολιτιστικών πολιτικών στη χώρα μας, ειδικά για τις ευπαθείς ομάδες της κοινωνίας. Πιστεύω επίσης, ότι είναι υποχρέωση και σημαντικό κομμάτι της δουλειάς μας, εμάς των ανθρώπων της τέχνης, να ανοιγόμαστε συνεχώς στον Άλλο – αυτό το άνοιγμα δεν είναι εξ’ άλλου αυτό που αγαπάμε περισσότερο απ’ όλα στην Τέχνη;

Πιστεύω στο δικαίωμα και την ανάγκη για ομορφιά, για σκέψη, για ποιητικότητα, για καλλιέργεια της ψυχής… πιστεύω στη μαγεία της συνάντησης με ένα έργο τέχνης, στην ικανότητα κάποιων καλλιτεχνών να διακρίνουν χαρακτηριστικά της ζωής μας που εμείς δε βλέπουμε και να τα φέρνουν στο προσκήνιο. Η τέχνη (όπως και η φιλοσοφία) δεν ήτανε ποτέ εργαλεία ή όπλα που μεταμόρφωσαν τον κόσμο, ήταν όμως, και εξακολουθούν να είναι, αισθητικές και διανοητικές εμπειρίες που μπορούν ν’ αλλάξουν τη σχέση μας με τη ζωή, την αντιμετώπιση του κόσμου και του εαυτού μας, τις προοπτικές μας, τη νοοτροπία μας. Η τέχνη μπορεί να απελευθερώσει την ψυχή και να δυναμώσει την πίστη μας στον άνθρωπο αφού ξεκινάει από αυτόν.

Όλα αυτά όμως, σπάνια έρχονται έτοιμα απ’ έξω. Απαιτούν προσπάθεια ατομική και συλλογική, προαπαιτούν να υπάρχει το πλαίσιο για να γίνει αυτή η προσπάθεια, μόνο έτσι βρίσκει ο άνθρωπος το γόνιμο έδαφος μέσα στην ψυχή του και το καλλιεργεί.Οι περισσότεροι εκπαιδευόμενοι γράφονται αρχικά στο σχολείο επειδή έτσι παίρνουν μεροκάματα (μειώνεται η ποινή τους), μετά όμως ξέρετε τι γίνεται; Αναγνωρίζουν την ανάγκη τους για γνώση και μέσα σε ελάχιστους μήνες αυτή η ανάγκη μεταμορφώνεται σε αγάπη και αγώνα για μόρφωση και καλλιέργεια. Το γράφουν στα κείμενά τους και στις εφημερίδες τους: θέλουν περισσότερο σχολείο, περισσότερες δραστηριότητες, περισσότερη επαφή με το «έξω» διότι αυτή η επαφή καθίσταται ασπίδα απέναντι στην ιδρυματοποίηση.

Ο απολογισμός των εργαστηρίων από τους εκπαιδευόμενους για την προετοιμασία της έκθεσης θα σταλεί στους αρμόδιους με σκοπό να συνειδητοποιήσουν πόσο σημαντικό θα ήταν να δημιουργηθούν σταθερά προγράμματα εικαστικών και άλλων τεχνών στις φυλακές και σίγουρα περισσότερες δραστηριότητες (όχι μόνο για τους εκπαιδευόμενους των σχολείων αλλά και για τους υπόλοιπους κρατούμενους).

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 [1]Michel Foucault, Περί αλλοτινών χώρων. Ετεροτοπίες (Des espaces autres. Hétérotopies) oμιλία του 1967, που δημοσιεύτηκε το 1984.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here