Θεωρητικοί τέχνης, δημιουργοί αλλά και ο δήμαρχος της πόλης καταθέτουν το δικό τους απολογισμό για τη διοργάνωση στην Αθήνα, ένα χρόνο από τότε που ανέβηκε η αυλαία

ΓΙΏΡΓΟΣ ΚΑΜΙΝΗΣ

Δήμαρχος Αθηναίων

Η documenta 14 ήταν ένα μεγάλο δώρο για την Αθήνα. Σε μια περίοδο βαθιάς κρίσης, φιλοξενώντας την πιο φημισμένη έκθεση σύγχρονης τέχνης, η πόλη βρέθηκε στο επίκεντρο του πολιτιστικού κι ενός ευρύτερου διεθνούς ενδιαφέροντος. Ο ευρηματικός τίτλος Μαθαίνοντας από την Αθήνα έδωσε το σύνθημα όχι μόνο για τους περισσότερους από τους 340.000 ξένους επισκέπτες, αλλά και για δεκάδες εικαστικούς από όλο τον κόσμο, οι οποίοι ήρθαν, γοητεύτηκαν από τις αντιθέσεις μιας ξεχωριστής μητρόπολης, δημιούργησαν και εντέλει εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα. Η documenta 14 απελευθέρωσε εντυπωσιακές δημιουργικές δυνάμεις. Η πόλη εξελίχθηκε σε μια σύγχρονη αστική σκηνή, με πολλούς να την παρομοιάζουν με ένα νέο Βερολίνο. Η Αθήνα είναι η νέα Αθήνα, αντέταξαν όσοι υπερασπίζονται το μοναδικό χαρακτήρα της πρωτεύουσας, που άρχισε να σκαρφαλώνει με μεγάλη ταχύτητα στις προτιμήσεις των τουριστών, να βραβεύεται ως ο Καλύτερος ανερχόμενος πολιτιστικός προορισμός για το 2017 και να κερδίζει άλλη μία μεγάλη διάκριση – από την UNESCO αυτή τη φορά – με την ανακήρυξή της ως Παγκόσμια Πρωτεύουσα Βιβλίου για το 2018. Η d14 άλλαξε σελίδα για την Αθήνα: τα δίκτυα μεγάλωσαν, αναγνωρίζοντας ότι οι δυνατότητες πολλαπλασιάζονται με τις συνεργασίες – το Δίκτυο Πολιτισμού του Δήμου Αθηναίων είναι ένα τέτοιο παράδειγμα. Ο ανοιχτός δημόσιος χώρος που φιλοξένησε έργα διεθνούς πρωτοπορίας αναδείχτηκε σε δημόσιο τόπο δρωμένων. Προσωπικότητες φημισμένων πολιτιστικών

φορέων ξεκίνησαν να βλέπουν την Αθήνα ως τον επόμενο σταθμό τους. Και η πόλη που ήταν γνωστή σε όλο τον κόσμο για την αρχαία κληρονομιά της άρχισε να διεκδικεί μια ξεχωριστή θέση στο σύγχρονο πολιτισμό.

ΜΑΡIΑ ΜΑΡΑΓΚΟY

Καλλιτεχνική διευθύντρια του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Κρήτης

Η μεγάλη κληρονομιά της documenta 14 είναι η γνωριμία ενός καινούργιου κόσμου με την Αθήνα και η όποια σύντομη σχέση αποκτήθηκε με Έλληνες καλλιτέχνες, γκαλερί και μουσεία. Ο αριθμός των τουριστών και κυρίως εκείνων που ανακάλυψαν μία γοητευτική πόλη για να ζήσουν ένα δημιουργικό διάστημα αυξήθηκε. Ως προς τη σχέση τέχνης-κοινού, θετική η κληρονομιά που άφησε ο θεσμός, κυρίως ως προς τις εγκαταστάσεις και τις παραγωγές που έγιναν για το δρόμο, επηρεάζοντας ένα ανυποψίαστο κοινό να επισκεφτεί τους κλειστούς χώρους και να συνεχίσει να το κάνει ως σήμερα. Δυστυχώς τα μέσα ενημέρωσης δεν συνέδραμαν σε μια μαζικότερη προσέλευση και συμμετοχή εκείνου που αποκαλούμε «μεγάλο κοινό». Η ίδια η τοπική σκηνή της τέχνης κέρδισε λίγα από τη στιγμή που δεν υπήρξε μια πλατύτερη όσμωση συνεργασίας και ανταλλαγής σε επίπεδο καλλιτεχνών και επιμελητών, κάτι που μπαίνει στα θετικά της αρνητικής κριτικής να δημιουργεί, δηλαδή, διάλογο. Το γεγονός, ωστόσο, της έκθεσης στο Fridericianum στο Κάσελ γνωστοποίησε καλλιτέχνες και δουλειές και δημιούργησε κάποιες συνεργασίες, μαζί βέβαια με τις περιπτώσεις συμμετοχής στις δράσεις της Αθήνας. Η κληρονομιά που αφήνει η documenta 14 ένα χρόνο μετά είναι το άνοιγμα του ΕΜΣΤ. Από την άλλη, δεν ξέρω αν πρέπει να αποδοθεί στο θεσμό ή στην οικονομική κρίση στην Ελλάδα η έντονη κινητικότητα των καλλιτεχνικών ομάδων και η διάθεση συνομιλίας και συνεργασίας που γίνεται ολοένα και πιο εμφανής.

ΚΑΤΕΡIΝΑ ΖΑΧΑΡΟΠΟYΛΟΥ

Εικαστικός, δημιουργός της εκπομπής Η Εποχή των Εικόνων (ΕΡΤ)

Η documenta 14 ήταν μία δύσκολη έκθεση που απαιτούσε πολύ χρόνο και ιδιαίτερες ικανότητες ανάγνωσης. Εκ των πραγμάτων άφηνε εκτός όσους δεν ήταν εξοικειωμένοι με κάτι τόσο σύνθετο και απαιτητικό. Η documenta 14 είχε άλλη άποψη, ως εκ τούτου προσέφερε δύσχρηστα εργαλεία οικειοποίησής της. Αδίκησε Έλληνες δημιουργούς των οποίων η δουλειά θα φώτιζε καλύτερα αυτό που μας συμβαίνει, μιας και χρησιμοποιηθήκαμε ως «παράδειγμα». Ο μόνος λόγος συμμετοχής τους θα ήταν αυτός και όχι η ποσοστιαία αναλογία Ελλήνων-ξένων, όπως ακούστηκε ατυχώς, ούτε η ανάδειξη της ελληνικής σύγχρονης τέχνης. O τίτλος Learning from Athens λειτούργησε σαν ντεκόρ ιδεών και με υπεραξία για τους ξένους καλλιτέχνες, ενώ δημιούργησε, καλώς ή κακώς, προσδοκίες που στη διαδρομή διαψεύστηκαν από το διευθυντή της Adam Szymczyk και η παρεξήγηση πήρε διαστάσεις, όπως και η πρόθεση για «εκπαιδευτική» προετοιμασία ώστε να γίνει κατανοητό τι διαπραγματεύεται η documenta 14, κάτι που χάθηκε στη Βουλή των Σωμάτων στο Πάρκο Ελευθερίας (πρώην ΕΑΤ-ΕΣΑ) μέσα σε εκκεντρικές εκδηλώσεις. Εκείνο που, κατά τη γνώμη μου, θα θυμόμαστε τουλάχιστον από αυτή τη documenta στην Αθήνα είναι μία άνευ προηγουμένου αναστάτωση στο χώρο των εικαστικών, συζητήσεις επί των συζητήσεων χωρίς καμία συγκίνηση και μια δυσανάλογη αίσθηση βάρους και ουσίας. Παρ’ όλα αυτά, είδαμε μερικά πολύ καλά έργα, που ούτως ή άλλως θα τα θυμόμασταν όπου και να τα βλέπαμε, επειδή ήταν καλά και όχι επειδή ήταν στην documenta 14. Κρατώ το βιβλίο Reader της documenta 14 ως το καλύτερο κομμάτι της και την αποχαιρετώ.

ΈΛΕΝΑ ΠΑΠΑΔΟΠΟYΛΟΥ

Ιστορικός τέχνης, επιμελήτρια και διευθύντρια του Ινστιτούτου Σύγχρονης Τέχνης Radio Athènes

«Στην πραγματικότητα, μια λευκή σελίδα. Μας δηλώνει μέσα από το κενό. Πως τίποτα δεν είναι ωραιότερο. Από αυτό που δεν υπάρχει». Έτσι ανοίγει το ποίημα του Πωλ Βαλερύ, Η Λευκή Σελίδα. Κατά κάποιον τρόπο η περίοδος πριν από την documenta 14 αντανακλούσε αυτή την αίσθηση: της προσδοκίας πως η διοργάνωση θα έφερνε σε μια περιφερειακή πόλη κάτι που ενδεχομένως θα τη μετέτρεπε σε κάτι άλλο. Η κενή σελίδα, ας πούμε το άδειο ΕΜΣΤ, το άδειο Ωδείο Αθηνών, ακόμη και οι άδειες ημέρες γέμισαν με ρυθμούς φρενητικούς, η πόλη γέμισε με καλλιτέχνες, επιμελητές και πολιτιστικούς τουρίστες. Η απουσία της documenta 14 είναι τόσο έντονη όσο ήταν και η παρουσία της. Εξαφανίστηκε η ένταση και η κινητικότητα, ενώ οι αργοί ρυθμοί των δημόσιων θεσμών, που η διοργάνωση αγκάλιασε, επέστρεψαν. Αντιθέτως, ιδιωτικές πρωτοβουλίες πολλαπλασιάστηκαν. Εντυπωσιάζει ο αριθμός των project spaces. Αυτό που άφησε πίσω της είναι οι προσωπικές σχέσεις, οι φιλίες, οι γέφυρες που δημιουργήθηκαν. Όχι τόσο επειδή η documenta 14 είχε κάτι τέτοιο στην ατζέντα της, αλλά σίγουρα προσέλκυσε κόσμο και σίγουρα όσοι πέρασαν από την Αθήνα γοητεύθηκαν από τον ανορθόδοξο τρόπο ζωής μας και σίγουρα θέλουν να επιστρέψουν. Αρκετοί καλλιτέχνες, που σπρώχνονται εκτός των μεγάλων καλλιτεχνικών κέντρων λόγω των τιμών, έχουν κάνει πλέον βάση τους την Αθήνα. Είναι (και ήταν) στα δικά μας χέρια να δημιουργήσουμε (ή να συνεχίσουμε να δημιουργούμε) ένα πλαίσιο στο οποίο να ευδοκιμήσουν όποιες νέες ιδέες και επαφές έγιναν λόγω της συγκυρίας αυτής.

*Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο τεύχος 237 (Μάρτιος-Μάιος 2018) των Νέων της Τέχνης και αναδημοσιεύεται στην εφημερίδα του Ε.Ι.Π.Δ βάσει της Συνεργασίας με τα Νέα της Τέχνης.

Print Friendly, PDF & Email