*Γράφει ο Πέτρος Παπαποστόλου, Δρ. Φιλοσοφίας Πανεπιστημίου Αθηνών, Θεολόγος

Ο Γερμανός θεολόγος και αρχαιογνώστης Γιόχαν Βίνκελμαν (Johann Joachim
Winckelmann, 1717- 1768) σε μία του μόνο φράση κατάφερε να συνοψίσει όλον το
ρομαντικό “σκοπό” των Γερμανών διανοητών του 19 ου αιώνα, ο οποίος είχε να κάνει
με τη μίμηση των αρχαίων Ελλήνων: «Ο μοναδικός τρόπος για μας να γίνουμε
μεγάλοι, και μάλιστα, αν είναι δυνατόν, αμίμητοι, είναι η μίμηση των αρχαίων» 1 . Η
φράση του Βίνκελμαν έμελλε να “στοιχειώσει” όλους όσους ακολούθησαν, από τη
στιγμή που κινήματα σε λογοτεχνία, ποίηση, θέατρο, αρχιτεκτονική και φιλοσοφία
όπως ο Ρομαντισμός, η “Θύελλα και η Ορμή”, ο Νεοκλασικισμός και ο Γερμανικός
Ιδεαλισμός όχι μόνο επέστρεψαν στα αρχαία ελληνικά ιδεώδη του παρελθόντος, αλλά
συνάμα επέτρεψαν και τον λεγόμενο “Φιλελληνισμό” του τότε παρόντος. Ο 19 ος
αιώνας αποτελεί απόγειο του γερμανικού πνεύματος, το οποίο πάσχιζε να ορίσει την
ταυτότητά του, να “αυτοσυνειδητοποιηθεί” και να πάρει την “πνευματική σκυτάλη”
όχι μόνο από τη Γαλλία και τον Διαφωτισμό της, αλλά και από το κλασικό πνεύμα
των Ελλήνων. Η μίμηση των αρχαίων αποτελεί έναν τρόπο τινά πνευματικό
αυτοσκοπό της τότε κατακερματισμένης Γερμανίας. Μία μίμηση γόνιμη και
δημιουργική, μία αναβίωση του κλασικού στις ανάγκες του τότε παρόντος, μία
αναβίωση του διαχρονικού στις πνευματικές, πολιτιστικές και ψυχο- λογικές
αναζητήσεις του γερμανικού έθνους. Είναι αλήθεια πως οι Γερμανοί διανοητές της εν
λόγω εποχής δεν αποδείχθηκαν μόνο σπουδαίοι, αλλά και κορυφαίοι, αρκετοί εξ
αυτών ακόμα και εφάμιλλοι των αρχαίων Ελλήνων, από τη στιγμή που η σκέψη τους γαλούχησε, στιγμάτισε και επηρέασε ολόκληρο το πνεύμα της νεωτερικής Ευρώπης.
Ονόματα όπως Καντ, Χέγκελ, Σέλλινγκ, Φίχτε, Γκαίτε, Σίλλερ, Χαίλντερλιν,
προβάλλουν ως οι κορυφές σπουδαίων πνευματικών μορφών, με ιδέες και έργα που
επηρεάζουν ακόμα και το σήμερα με τρόπο καθοριστικό. Και όμως, ο γερμανικός 19 ος
αιώνας έχει στη βάση του το ρητό του Βίνκελμαν, που υπογράμμισε την
αναγκαιότητα της μίμησης των αρχαίων. Μία μίμηση τέτοια, που θα επέτρεπε στους
Γερμανούς να γίνουν αμίμητοι.
Και πως θα καταστεί ένα έθνος αμίμητο, εάν το ίδιο μιμηθεί κάποιους άλλους; Σε τι
έγκειται τούτη η μίμηση, με ποιούς τρόπους επιτυγχάνεται και πως ενέχεται στο
πνεύμα της εποχής παράγοντας και προσφέροντας κάτι το καινούριο; Ο Βίνκελμαν
δεν απαιτούσε από τους ομοεθνείς του να ανακαλούν ρητά του Πλάτωνα και του
Αριστοτέλη με τρόπο γραφικό, αλλά προφανώς ζητούσε να βασιστούν στους
αρχαίους διανοητές, να αφομοιώσουν στο πνεύμα τους την κλασική κληρονομιά και
να την αναβιώσουν μεταποιημένη, αποσκοπώντας όχι απλώς σε μία νέα φιλοσοφική
πρόταση, αλλά κυρίως στον ορισμό μίας ενιαίας και αμίμητης ταυτότητας. Ετούτο
είναι το σημαντικό στο όραμα του Βίνκελμαν, ετούτη είναι η εμμονή των Γερμανών,
ετούτο είναι το ψυχολογικό υπόβαθρο όλης της γερμανικής διανόησης: Η μίμηση των
αμίμητων.

Κινούμενος στο ίδιο πνεύμα, ο Βίλχελμ φον Χούμπολντ (Wilhelm von Humboldt,
1767- 1835), ο σπουδαίος αυτός ουμανιστής και ελληνολάτρης γλωσσολόγος, ιδρυτής
του Πανεπιστημίου του Βερολίνου, στο έργο του Ο χαρακτήρας των Ελλήνων εξηγεί
το πώς οι Γερμανοί λόγιοι (πρέπει να) βλέπουν τους Έλληνες και το γιατί χρειάζεται
η μίμηση των αρχαίων. Χαρακτηριστικά διαβάζουμε: «Οι Έλληνες μάς χρησιμεύουν
όχι μόνο ιστορικά, σαν λαός που πρέπει να γνωρίζουμε, αλλά σαν ιδανικό. Η υπεροχή
τους έναντί μας είναι τέτοια, που ακριβώς το ανέφικτό της κάνει σκόπιμο να μιμηθούμε
τα έργα τους» […] «Είναι για εμάς ό, τι ήταν γι’ αυτούς οι θεοί τους. Σάρκα από τη
σάρκα μας και οστά από τα οστά μας» 2 . Ο ίδιος συγγραφέας αγαπά τόσο πολύ τους
αρχαίους που συνεχίζει με τρόπο ανάλογο: «Ο χαρακτήρας των Ελλήνων έγινε το
ιδανικό κάθε ανθρώπινης ύπαρξης σε τέτοιο βαθμό, που μπορεί κανείς να ισχυριστεί
ότι αυτοί προκαθόρισαν τη γνήσια μορφή του ανθρώπινου προορισμού κατά τρόπο που
δεν επιδεχόταν βελτίωση, αν και η ολοκλήρωση αυτής της μορφής σε μεταγενέστερες
εποχές θα μπορούσε να γίνει με διαφορετικούς τρόπους» 3 . Στο παραπάνω απόσπασμα
βλέπουμε το πώς συνοψίζεται όλη η αναγκαιότητα της μίμησης: Οι Έλληνες
«προκαθόρισαν τη γνήσια μορφή του ανθρώπινου προορισμού κατά τρόπο που δεν
επιδεχόταν βελτίωση», άρα η επιστροφή στον δικό τους πολιτισμό θα επιτρέψει στο
γερμανικό έθνος να καταστεί αμίμητο, από τη στιγμή που θα αναζητήσει το
“πνευματικό κλειδί” του ανθρώπινου προορισμού, και θα το χρησιμοποιήσει στις
ανάγκες της εποχής του, την ώρα που «η ολοκλήρωση αυτής της μορφής σε
μεταγενέστερες εποχές θα μπορούσε να γίνει με διαφορετικούς τρόπους». Ο
προορισμός της ανθρώπινης κατάστασης έφτασε στο απόγειό του την εποχή των
αρχαίων Ελλήνων, μία εποχή που θα την αναβιώσουν οι Γερμανοί και που θα την
κάνουν τόσο δική τους, ώστε μέσα από τη μίμηση του αρχαίου κόσμου να
αναζητήσουν τη δική τους παροντική ταυτότητα. Εκείνο που πρέπει να γίνει
αντικείμενο προς μίμηση είναι ο τρόπος που επιτεύχθηκε εκείνος ο προορισμός: «Ο
προορισμός του ανθρώπου είναι πάντα η εμφάνιση του απόλυτου με τη συμβολή της
καθολικότητας των φαινομένων μέσα από τα οποία το απόλυτο εμφανίζεται» 4 . Ο
ιδανικός τρόπος που αντιμετωπίζονται οι Έλληνες εξηγεί και το γιατί κινήματα όπως
ο Ρομαντισμός και ο Ιδεαλισμός υπήρξαν τέκνα του γερμανικού πνεύματος. Εάν
σταθούμε με προσοχή στα λόγια του φον Χούμπολντ, θα διαπιστώσουμε ότι
περισσότερο προσκαλεί το γερμανικό πνεύμα να επιστρέψει όχι στην μίμηση του
Λόγου, αλλά στη μίμηση του Τρόπου των Ελλήνων. Οι Έλληνες του Χούμπολντ δεν
είναι μόνο οι αρχαίοι φιλόσοφοι. “Έλληνες” δεν είναι επιλεκτικά οι πρωτοκορυφαίες
μορφές της κλασικής διανόησης αλλά εκείνοι οι αρχαίοι που αναζήτησαν τον
ανθρώπινο προορισμό και τον βίωσαν με τρόπο μοναδικό μέσα σε όλες τις
πνευματικές τους εκφράσεις και μέσα από όλες τις ψυχικές τους εκφάνσεις. Εκείνον
τον Τρόπο ζωής και σκέψης παροτρύνει να μιμηθούν οι Γερμανοί, εκείνο το ιδανικό
να ξαναφτάσουν ως γνήσιοι μιμητές του άριστου και ως ενεργοί αγωνιστές για μία εξ
ίσου άριστη ταυτότητα. Οι Έλληνες άλλωστε: «Παραμένουν ένα πρότυπο, το ανέφικτο
του οποίου παρακινεί προς μίμηση αντί να αποθαρρύνει» 5 . Κανείς άλλος δεν μπόρεσε
να τους πλησιάσει, κανείς άλλος δεν κατάφερε να προσεγγίσει τη δική τους
τελειότητα. Ιστορικό και πνευματικό χρέος της γερμανικής ταυτότητας είναι να
οριστεί μέσα από αυτή την μίμηση, μέσα από την επιτυχία της επιστροφής στο
άριστο. Μέσα, δηλαδή, από τη μίμηση του ελληνικού Τρόπου. Ο τρόπος ζωής και
σκέψης των αρχαίων Ελλήνων ήταν ο μόνος που «μπορεί να ιδωθεί ως τέχνη» και ο
χαρακτήρας τους «παρουσιαζόταν στη ζωή ως έργο τέχνης» 6 . Οι Έλληνες, τέλος, για
τον φον Χούμπολντ υπήρξαν αγνοί και ολοκληρωμένοι εκ φύσεως, προσωποποίησαν
την υψηλότερη ανθρώπινη μεγαλοφυΐα, διαπνέονταν από ένα απύθμενο ψυχικό βάθος
που ζούσε την τελειότητα και στόχευε πάντα στην ολότητα 7 .

Πόσο όμως εφικτή ήταν και είναι αυτή η μίμηση του αρχαίου Έλληνα; Οι Γερμανοί
όντως επέστρεψαν στην κλασική αρχαιότητα και όντως επαναθεμελίωσαν τις
κλασικές αξίες μέσα από την ποίηση ενός Σίλλερ και μέσα από τη φιλοσοφία ενός
Καντ. Δεν παύουν, όμως, να αναβιώνουν και να επαναπροσδιορίζουν στο δικό τους
παρόν τους ιδανικούς Έλληνες, τους αρχαίους δηλαδή προγόνους που τους
ανέστησαν με τον τρόπο που εκείνοι ήθελαν να τους δουν. Ο ίδιος ο φον Χούμπολντ,
μάλιστα, δεν αρνήθηκε να ονομάσει “ελληνική” τη μεγαλοφυΐα του ποιητή Σίλλερ 8 ,
αφού ακολουθεί το απολλώνειο κάλλος και τον παλμό του ελληνικού μέτρου στον
τρόπο προσέγγισης των θεμάτων. Ο ίδιος δε ο Σίλλερ (Friedrich von Schiller, 1759-
1805) δημοσίευσε το 1795 το κείμενό του Περί αφελούς και συναισθηματικής
ποιήσεως αναζητώντας μέσα από τις σελίδες του εκείνη ακριβώς τη σχέση που είχαν
οι νεωτερικοί με τους αρχαίους ποιητές 9 .

Στον 19 ο αιώνα, όμως, έζησε και έδρασε και ο ποιητής Χαίλντερλιν (Friedrich
Hölderlin, 1770- 1843), ο οποίος ξέφυγε από όλες τις προαναφερθείσες αντιλήψεις
και ψηλάφησε τους Έλληνες και την εξιδανικευμένη τελειότητά τους με τρόπο
διαφορετικό. Ο Χαίλντερλιν, αποξενωμένος και απομονωμένος, μακριά από τη δόξα
των συγχρόνων του Γκαίτε και Σίλλερ, αναγνωρίστηκε ως σπουδαίος στοχαστής πολύ
αργότερα, ενώ η σκέψη του ενεργοποιήθηκε, και τρόπον τινά αποκαλύφθηκε, τον 20 ο
αιώνα μέσα από τις προσεγγίσεις του Γερμανού φιλοσόφου Μάρτιν Χάιντεγκερ. Ο
Χαίλντερλιν άφησε κατά μέρος τη μίμηση του απολλώνειου κάλλους,
απομακρύνθηκε από τους Έλληνες του μέτρου, της αρμονίας και του Λόγου,
απελευθερώθηκε από τα πρότυπα των συγχρόνων του και είδε το ελληνικό πνεύμα ως
πνεύμα του φρικτού, του άμετρου, του υβριστικού και του καθόλα τραγικού. Ο
Έλλην για τον ποιητή δεν ήταν ο φωτεινός λογοκρατούμενος αναζητητής του
Ωραίου, αλλά ο παραβάτης των ορίων και ο τιμωρημένος από τη Νέμεση. Για τον
Χαίλντερλιν η Τραγωδία δείχνει περισσότερο το αληθινό ποιόν του Έλληνα, που
προβαίνει σε θείες παραβάσεις και σε ιδανικές παραβιάσεις. Έλλην ήταν εκείνος που
τιμωρείται από τους θεούς επειδή ξεπερνούσε τα όρια, τα οποία, μάλιστα, γνώριζε.
Και επειδή τα γνώριζε, τα παραβίαζε. Τα έθετε με Λόγο και τα υπερέβαινε με Ύβρη.
Πολύ αργότερα ο Γάλλος θεατρικός συγγραφέας και αποδομιστής, Φιλίπ Λακού-
Λαμπάρτ (Filippe Lacoue- Labarthe, 1940- 2007) ενσκήπτει στο στοχασμό του
Χαίλντερλιν και διαπιστώνει εκείνο που και ο Γερμανός ποιητής διείδε νωρίτερα από
όλους: Το “αμίμητο των Ελλήνων” 10 . Η Ελλάδα των Γερμανών διανοητών είναι για
τον Χαίλντερλιν ανύπαρκτη, φαντασιακό δημιούργημα της εποχής, μονόπλευρη
εστίαση σε εκείνο που οι σύγχρονοί του θέλησαν να μιμηθούν. Οι Έλληνες δεν είναι
μόνο ο φωτεινός λαός της Αρετής και της Φιλοσοφίας, αλλά και ο ανήσυχος παλμός
της Ύβρης και της Τραγωδίας. Η ίδια η ελληνική Τραγωδία δείχνει ότι ο Έλληνας
παλεύει και ξεπερνά τα όριά του, γεγονός που επιφέρει την τιμωρία του. Ο Έλλην
είναι συνάμα σκοτεινός όσο και φωτεινός, αναζητητής περισσότερο της Κάθαρσης
παρά της Αλήθειας, ενάρετος αλλά και γνωστικά ανήθικος σε βαθμό που
εναντιώνεται καθέτως προς την καντιανή Ηθική. Και εάν η ηθική φιλοσοφία του
Καντ εγκαινίασε τον γερμανικό Ιδεαλισμό του 19 ου αιώνα και αποτελεί θεμέλιο λίθο
της σύγχρονης ευρωπαϊκής σκέψης και συμπεριφοράς, τότε αυτομάτως η ελληνική
ηθική αποτελεί κάτι το Άλλο, κάτι το ξένο, κάτι το αμίμητο, κάτι που στήριξε την
γερμανική ηθική φιλοσοφία εν μέρει, αλλά όχι σε όλες της τις (καντιανές)
συνιστώσες. Για τον Χαίλντερλιν και τον Λακού- Λαμπάρτ «έμφυτο των Ελλήνων
είναι το άμετρο» 11 , με αποτέλεσμα: «ό, τι γνωρίζουν οι νεωτερικοί ως “Ελλάδα” είναι
λανθασμένο, και χρειάζεται ξενιτεμό, ιδιοποίηση του ξένου και τελικώς να
αποϊδιοποιηθεί κάποιος το ίδιο του το Εγώ, ένα Εγώ που δομήθηκε μέσα από την
αστοχία του Βίνκελμαν να απαιτήσει μίμηση» 12 . Με απλά λόγια οι Δυτικοί
προσπάθησαν να μιμηθούν τους αρχαίους Έλληνες, όμως στην ουσία μιμήθηκαν κάτι
που ίδιοι οι Έλληνες ποτέ δεν ήταν, κάτι που και οι ίδιοι οι αρχαίοι ήθελαν να
φτάσουν (!). Γνώριζαν τα όρια και το μέτρο και είχαν ως ιδανικό τους την τέλεια μορφή του εαυτού τους. Οι Έλληνες λοιπόν έψαχναν και οι ίδιοι να μιμηθούν τον
ιδανικό εαυτό τους, ενώ οι Δυτικοί διανοητές, και κυρίως οι Γερμανοί, θέλησαν να
μιμηθούν κάτι που οι Έλληνες ποτέ δεν ήταν, να μιμηθούν το άφταστο πρότυπο των
ίδιων των αρχαίων, να δομήσουν μία ταυτότητα πάνω στο “αμίμητο των Ελλήνων”,
αφού οι τελευταίοι ουδέποτε κατάφεραν να οικειοποιηθούν τον ιδανικό εαυτό τους 13 .
Με αυτή την οπτική, Χαίλντερλιν και Λακού- Λαμπάρτ θα συμφωνούσαν πως «το να
είσαι Έλληνας σημαίνει να μην είσαι Έλληνας» 14 , με την έννοια του “Έλληνα” όπως
την οραματίστηκε ο Βίνκελμαν και οι μετέπειτα Γερμανοί διανοητές. Το πλέον
παράλογο αυτής της θεώρησης είναι η διαπίστωση του ότι η γερμανική ταυτότητα
που μιμήθηκε τον κλασικό Τρόπο σκέψης και δράσης, ίσως να αποτελεί ένα
λειτουργικό παράδοξο, ένα πνευματικό πείραμα που στιγμάτισε την σύγχρονη
Ευρώπη, που έδωσε την πνευματική πρωτοκαθεδρία στους Γερμανούς και που
παρουσίασε τη γερμανική ταυτότητα ως υπαρκτή και επιτυχημένη αναβίωση του
κλασικού προτύπου στο παρόν. Ίσως αντικείμενο εκείνης της μίμησης να ήταν όχι ο
πραγματικός Έλληνας, αλλά ο φαντασιακός και ο εξιδανικευμένος, το πρότυπο
εκείνο που και ο ίδιος ο αρχαίος Έλληνας είχε ως ιδανικό και όχι ως πραγματικό
εαυτό.
Με αυτά και με αυτά κλείνουμε με τον εξής προβληματισμό: Οι Γερμανοί του 19 ου
αιώνα πήραν την πνευματική σκυτάλη και παρήγαγαν σπουδαίο πολιτισμό,
στιγματίζοντας βαθειά την ιστορία του Δυτικού Πνεύματος. Η μίμηση των Ελλήνων
είναι όχι μόνο πολιτισμικός σκοπός, αλλά ο αυτοσκοπός της νέας γερμανικής
ταυτότητας. Και ενώ η γερμανική ταυτότητα δομήθηκε και απογειώθηκε μιμούμενη
τον ελληνικό κλασικό πολιτισμό, και ενώ εκείνη η μίμηση, -πραγματική ή ακόμα και
φαντασιακή-, γέννησε νέα θεμέλια στην πανευρωπαϊκή και στην παγκόσμια
φιλοσοφία, η δική μας ταυτότητα πως χάθηκε ανεπιστρεπτί και πως γίνεται να
αφανίστηκε μέσα στους τελευταίους αιώνες; Αυτό το ίδιο το πρότυπο του γερμανικού
πνεύματος πώς βυθίστηκε στη Λήθη, και γιατί φτάσαμε στο σημείο να γνωρίζουμε
τον Εαυτό μας μέσα από τα μάτια των Άλλων; Γιατί αναπροσδιοριζόμαστε ως
Έλληνες κατά το δοκούν των ξένων, κατά το δοκούν εκείνων που δόμησαν την
πολιτιστική τους ταυτότητα στη μίμηση της δικής μας κληρονομιάς; Και εάν οι
ιστορικοί λόγοι ετούτης της έκπτωσης είναι αδιαμφισβήτητα πολλοί, δεν θα πρέπει να παραθεωρούμε το προσωπικό μερίδιο ευθύνης απέναντι στην όποια εθνική αστοχία ή
αποτυχία. Εάν οι Γερμανοί χτίσανε τον σύγχρονο πολιτισμό τους στα θεμέλια των
Ελλήνων, οι ίδιοι οι Έλληνες γιατί δεν μπορούν να βρουν τον εαυτό τους; Γιατί
δυσκολεύονται να αυτό- προσδιοριστούν; Γιατί δεν παράγουν πολιτισμό ενώ
διαθέτουν τα ίδια τα πρότυπά του και τα αρχέτυπα “εκμαγεία” του; Γιατί ενώ η
εύρεση ή ακόμα και η επινόηση μίας ταυτότητας είναι πολιτισμικά, εθνικά,
κοινωνικά, πολιτικά και ιστορικά αναγκαία, εμείς οι ίδιοι οι σύγχρονοι Έλληνες
αδυνατούμε να επιστρέψουμε σε εκείνο που όχι απλώς διαθέτουμε, αλλά και που
έγινε πετυχημένο πρότυπο μίμησης των Άλλων; Είναι αλήθεια ότι η ελληνική
ταυτότητα, χαμένη μέσα στους αιώνες, διαθέτει πολλές συνιστώσες. Ίσως να
δυσκολευόμαστε να διαχειριστούμε αυτές όλες τις μορφές της πολιτισμικής μας
κληρονομιάς. Όμως τέτοιες διαπιστώσεις δεν μπορούν να αποτελούν δικαιολογίες για
την απραξία και την αταραξία μας. Ως έθνος πρέπει να ξαναχτίσουμε γερά θεμέλια,
τα “δομικά υλικά” των οποίων βρίσκονται στην ίδια μας την παράδοση. Το πώς θα
συντελεστεί ετούτη η επι- στροφή στον “Έλληνα” ας αποτελέσει θέμα ενός άλλου
άρθρου και ας πυροδοτήσει τη σκέψη προς εύρεση λύσεων, έχοντας υπόψη το
“αμίμητο των Ελλήνων”, αλλά και το ότι «Ο μοναδικός τρόπος για μας να γίνουμε
μεγάλοι, και μάλιστα, αν είναι δυνατόν, αμίμητοι, είναι η μίμηση των αρχαίων».

 

1 . Η φράση προέρχεται από το διάσημο έργο του Βίνκελμαν Σκέψεις για τη μίμηση των ελληνικών
έργων στη ζωγραφική και τη γλυπτική (Gedanken über die Nachahmung der griechischen Werke in der
Malerai und Bildhauerkunst, 1755), Reclam, Stuttgart 1969, p. 4: «Der einzige Weg für uns, groß, ja,
wenn es möglich ist, unnachahmlich zu warden, ist die Nachamgung der Alten».

2 . Βλ. Von Humboldt W., Ο Χαρακτήρας των Ελλήνων (μτφρ. Ξ. Αρμυρού), εκδ. ΚΑΚΤΟΣ, Αθήνα
2008, σελ. 19.

3 . Βλ. Von Humboldt W., όπ.π., σελ. 31.
4 . Βλ. Von Humboldt W., όπ.π., σελ. 31.
5 . Βλ. Von Humboldt W., όπ.π., σελ. 33.

6 . Βλ. Von Humboldt W., όπ.π., σελ. 32- 23.
7 . Βλ. Von Humboldt W., όπ.π., σελ. 23- 36.
8 . Βλ. Von Humboldt W., όπ.π., σελ. 44- 47.
9 . Για λεπτομέρειες βλ. Π. Παπαποστόλου, Αισθητική. Η φιλοσοφία της Τέχνης από επιλεγμένους
συγγραφείς, εκδ. Φιλόκυπρος, Λευκωσία 2013, σελ. 55- 81.

10 . Για λεπτομέρειες που αφορούν στον Χαίλντερλιν, τον Λακού- Λαμπάρτ αλλά και για σχετική
βιβλιογραφία βλ. Π. Παπαποστόλου, όπ. π., σελ. 136- 145.
11 . Βλ. Π. Παπαποστόλου, όπ. π., σελ. 142.
12 . Βλ. Π. Παπαποστόλου, όπ. π., σελ. 140.

13 . Βλ. Π. Παπαποστόλου, όπ. π., σελ. 143.
14 . Βλ. Π. Παπαποστόλου, όπ. π., σελ. 144.

Print Friendly, PDF & Email