*Γράφει η Νάγια Γιακουμάκη είναι επιμελήτρια και επικεφαλής Επιμελητικών Σπουδών στην Whitechapel Gallery στο Λονδίνο, Project Manager του NEON Curatorial Exchange & Award και Διευθύντρια Διεθνών Δικτύων στην Μπιενάλε της Αθήνας

 

Μπορεί να είναι καίρια πολιτική και ουσιαστικά κριτική μια επιμελητική πρόταση ή μήπως καταλήγει δέσμια των θεσμών που τη συντηρούν; Σκέψεις πάνω σε μια αταίριαστη συγκατοίκηση

Όσο περισσότερο απαιτούμε κριτική στάση από την τέχνη, τόσο συχνότερα η τέχνη φαίνεται να επιβεβαιώνει τον κόσμο που η ίδια επικρίνει. Γενικότερα, η τέχνη καλείται να είναι κριτική απέναντι στην κοινωνία μόνο μέχρι το βαθμό εκείνο που το ίδιο το σύστημα παραγωγής και διανομής της συνεχίζει να ακολουθεί τις επιταγές του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Αυτή η αντίφαση είναι ιδιαίτερα εμφανής την τελευταία δεκαετία, καθώς υπάρχει μια σιωπηρή αλλά συγχρόνως ισχυρή εντολή προς τους θεσμικούς συντελεστές της τέχνης να δραστηριοποιηθούν «πολιτικά». Οι διευθυντές μουσείων και οι επιμελητές, ακολουθώντας τους καλλιτέχνες, έχουν προβεί άμεσα σε αλλαγές των προγραμμάτων τους υιοθετώντας πολιτικές θέσεις προκειμένου να διατηρήσουν το κύρος τους και να διεκδικήσουν το σεβασμό των ομότεχνών τους.

Αυτή η μεταστροφή έθεσε την κριτική ικανότητα της τέχνης σε κατάσταση άμεσης κρίσης. Η κρίσιμη, δηλαδή, κριτική λειτουργία της τώρα παράγεται εκ των ένδον και απορροφάται από ένα όλο και περισσότερο παγκοσμιοποιημένο και διατεταγμένο σύστημα τέχνης. Σε αυτές τις συνθήκες, κριτική και πολιτική αποδυναμώνονται σε ιδεολογικούς δείκτες μιας (νεο)φιλελεύθερης παγκόσμιας σκηνής. Ανταποκρινόμενοι σε αυτή την κατάσταση, πολλοί καλλιτέχνες άρχισαν συστηματικά να κάνουν προτάσεις για το «πώς θα μπορούσε να μοιάζει το μέλλον», συνδέοντας με αυτό τον τρόπο την τέχνη και τη φαντασία

και κρατώντας ταυτόχρονα διάθεση αμιγώς πολιτική. Μεγάλες ομαδικές εκθέσεις σε όλο τον κόσμο και διεθνείς Μπιενάλε έχουν γίνει προ πολλού καθρέφτης αυτής της μεταστροφής των θεσμών και έχουν προσαρμοστεί στις νέες τους τοποθετήσεις, «προτείνοντας» παρά «παρουσιάζοντας».

Παρόλα αυτά, ενώ οι διάφοροι θεσμοί εφάρμοσαν άμεσα σημαντικές αλλαγές στο πρόγραμμά τους για να συμπορευτούν με την κριτική τάση των καλλιτεχνών, παρέμειναν α-κριτικοί και μη-πολιτικοί σχετικά με την εσωτερική λειτουργία τους. Τα περισσότερα ιδρύματα ακολουθούν ένα εταιρικό επιχειρηματικό μοντέλο με σαφείς ιεραρχίες στο προσωπικό, επισφαλείς και χαμηλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας, συστηματική χρήση εθελοντών κ.λπ., ενώ ταυτόχρονα προσπαθούν να παρουσιάσουν έργα τέχνης που αντιτάσσονται σε αυτό το σύστημα. Ταυτόχρονα, τα τμήματα μάρκετινγκ των πολιτιστικών ιδρυμάτων αναπτύσσονται ταχύτερα από τα αντίστοιχα τμήματα προγραμματισμού και εκπαίδευσης και αποκτούν μεγαλύτερη ισχύ μέσα στους οργανισμούς. Σε κάποιες περιπτώσεις, οι επιμελητικές προτάσεις περνούν πρώτα από το γραφείο επικοινωνίας για έγκριση, πριν προχωρήσουν στο τμήμα παραγωγής.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η επιμελητική διαδικασία αποτελεί ξεκάθαρα κομμάτι μιας καταναλωτικής κουλτούρας και γίνεται σημαντικό μέρος της διαδικασίας βάσει της οποίας λειτουργεί η αγορά της τέχνης. Υπό αυτή την έννοια, οι αποφάσεις των επιμελητών επηρεάζονται από τον κυνισμό και τον οπορτουνισμό μιας επικρατούσας ιδεολογικής κατάστασης που απαιτεί την ύπαρξη κριτικής και πολιτικής εντός των θεσμών, έτσι ώστε τα πράγματα να παραμένουν ακριβώς τα ίδια εκτός αυτών!

Πώς μπορούμε να σπάσουμε αυτό το αδιέξοδο ως επιμελητές και να αλλάξουμε τον τρόπο δουλειάς μας; Πώς μπορούμε να φέρουμε το κρίσιμο περιεχόμενο της σύγχρονης τέχνης μέσα στη σφαίρα της πρακτικής μας και να σταματήσουμε να είμαστε παραγωγοί και έμμεσοι υποστηρικτές αυτής της διχοτόμησης;

Ίσως ως επιμελητές να δίνουμε μεγαλύτερη έμφαση στη διαδικασία παραγωγής ιδεών, συνεπαρμένοι πολλές φορές από ουτοπικές διαθέσεις, παρά σε λύσεις και διαδικασίες που θα αλλάξουν τις πλατφόρμες και τους οργανισμούς μέσα από τους οποίους προβάλλουμε τις ιδέες μας. Το πιθανότερο είναι ότι, αν η κύρια προσδοκία μας παραμείνει μόνο

ιδεολογική, θα αδυνατούμε όλο και περισσότερο να προσεγγίσουμε ενδιαφέρουσες εναλλακτικές προτάσεις.

(μότο)

Οι αποφάσεις των επιμελητών επηρεάζονται από τον κυνισμό και τον οπορτουνισμό μιας επικρατούσας ιδεολογικής κατάστασης που απαιτεί την ύπαρξη κριτικής και πολιτικής εντός των θεσμών, έτσι ώστε τα πράγματα να παραμένουν ακριβώς τα ίδια εκτός αυτών!

Print Friendly, PDF & Email