Η επιστήμη της προφορικής ιστορίας αποτελεί μία πρακτική μέθοδο έρευνας κατά τη διάρκεια της οποίας καταγράφονται ιστορίες διαφόρων θεμάτων και προσωπικά βιώματα ανθρώπων που έχουν να μιλήσουν για κάτι σημαντικό και ενδιαφέρον. Στην διαδικασία συμπεριλαμβάνονται αναλύσεις αναμνήσεων από το παρελθόν (LynnAbrams 2014:11), ενώ ο Alessandro Portelli είχε γράψει σε μία από τις μελέτες του για την προφορική ιστορία ότι: «μεταφέρει την αίσθηση ρευστότητας ενός χωρίς τέλος έργου σε εξέλιξη, αναπόσπαστο κομμάτι της γοητείας και των απογοητεύσεων, καθώς αιωρείται χρονικά μεταξύ του παρόντος και ενός διαρκώς μεταβαλλόμενου παρελθόντος, κατά τη διάρκεια του διαλόγου μεταξύ αυτού που δίνει και αυτού που παίρνει τη συνέντευξη, και διαλύεται και συγκεράζεται στην ουδέτερη ζώνη μεταξύ προφορικού λόγου και γραπτού κειμένου, και πάλι από την αρχή». Εδώ ο Portelli τονίζει το ποιητικό στοιχείο της προφορικής ιστορίας, τη διαπερατότητα της, τη δυνατότητά της να διαπερνά τα στεγανά μεταξύ επιστημών, αλλά και την εφήμερη φύση της.

“Γιατί η Προφορική Ιστορία μεταφέρει την αίσθηση ρευστότητας ενός χωρίς τέλος έργου σε εξέλιξη”

Πιο συγκεκριμένα, η επιστήμη της προφορικής ιστορίας, αποτελεί ένα ευρύ όρο ο οποίος αναφέρεται στη διαδικασία διεξαγωγής και καταγραφής συνεντεύξεων με απώτερο στόχο να συγκεντρωθούν πληροφορίες και στοιχεία για το παρελθόν. Η Lynn Abrams σημειώνει ωστόσο, ότι προφορική ιστορία (2014:12) είναι και το προϊόν αυτών των συνεντεύξεων, η αφήγηση δηλαδή γεγονότων του παρελθόντος. Έτσι, η προφορική ιστορία αποτελείται από δύο άξονες: από την ερμηνευτική μεθοδολογία, τον τρόπο δηλαδή της διεξαγωγής μιας έρευνας, αλλά και από το αποτέλεσμα (το καταγεγραμμένο προϊόν). Είναι δηλαδή μια διαδραστική μεθοδολογία που μας φέρνει αντιμέτωπους με μία πληθώρα νοημάτων και ερμηνειών του κάθε ανθρώπου. Η διαδικασία της έρευνας, απαιτεί τον ερευνητή, τον αφηγητή και τη βοήθεια ενός εργαλείου καταγραφής (π.χ. μαγνητόφωνο).

Ιστορικά, όσοι αποτελούσαν «πρεσβευτές» του πεδίου της προφορικής ιστορίας αγωνίστηκαν για την καθιέρωσή του σε μια άκαμπτη επιστημονική παράδοση. Στα τέλη του 1930 στην Αμερική, το New Deal Federal Writer’s Project, ένα project που είχε ως στόχο να προσφέρει εργασία σε άνεργους καλλιτέχνες και συγγραφείς, άρχισε να συλλέγει αφηγήσεις ζωής απλών κατοίκων της χώρας χωρίς μαγνητόφωνο. Το 1940, 1950 και 1960 στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Σκανδιναβικές χώρες η προφορική ιστορία αποτελούσε ένα ιδιαίτερο και περιορισμένο χώρο ακαδημαϊκής έρευνας (LynnAbrams 2014:14), ενώ σήμερα το πεδίο αυτό(το οποία άλλες φορές τοσυναντάμε ως «έρευνα προφορικής μαρτυρίας» ή ως «έρευνα αφηγήσεων ζωής»)  αποτελεί μία σημαντική μέθοδο ερευνητικής πρακτικής που έχει ενσωματωθεί στην ιστορική έρευνα, καθώς και σε άλλους επιστημονικούς κλάδους όπως είναι η Εθνολογία, η Ανθρωπολογία, η Κοινωνιολογία και η Ψυχολογία. Όπως αναφέρει η L. Abrams, εκτός από τον ακαδημαϊκό χώρο, η συγκεκριμένη επιστήμη έχει χρησιμοποιηθεί και ως εργαλείο συλλογής στοιχείων στον τομέα της Δικαιοσύνης αλλά και στους τομείςτης Υγείας και της Κοινωνικής Πρόνοιας.

“Η Προφορική Ιστορία ως εργαλείο ήπιας ισχύος”

Πέρα από τα παραπάνω, η προφορική ιστορία στον 21ο αιώνα μπορεί να αποτελέσει εργαλείο ήπιας ισχύος (softpower) με την οποία μπορεί να γίνεται σύνδεση και προώθηση κουλτούρας και πολιτισμού, μέσα από τη μνήμη και τα άτομα. Μπορεί οι «ιστορικές πηγές» από τον άνθρωπο να είναι υποκειμενικές, όμως μόνο μέσω αυτών μπορούμε να ανοίξουμε διάλογο και όπως ανέφερε ο Paul Thompson (2002:217) να: «ξεδιαλύνουμε τα στρώματα της μνήμης, να σκάψουμε έως τα σκοτεινά της βάθη, με την ελπίδα να φτάσουμε στην κρυμμένη αλήθεια». Οι προφορικές υποκειμενικές πηγές οπότε, αποτελούν τεκμήρια μνήμης και αξίζει να σημειωθεί ότι μέσα από τη μνήμη παράγονται πολλά, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, ιστορικά τεκμήρια, όπως, φέρ’ ειπείν πρακτικά κυβερνητικών συσκέψεων ή νομικά γραπτά κείμενα. Μέχρι δηλαδή να εμφανιστεί η ηχογραφημένη καταγραφή και συνεπώς και η αξιοπιστία που τη συνοδεύει, οι άνθρωποι κρατούσαν σημειώσεις κατά τη διάρκεια ή μετά από ένα γεγονός λόγω της εμφανούς και δικαιολογημένης αδυναμίας απομνημόνευσης (LynnAbrams 2014:44).

Aποτελεί μία διαδραστική μεθοδολογία που μας φέρνει αντιμέτωπους με μία πληθώρα νοημάτων και ερμηνειών του εκάστοτε  ανθρώπου”

Συνοψίζοντας, το συγκεκριμένο επιστημονικό/ερευνητικό πεδίο γίνεται να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο της πολιτιστικής διπλωματίας, μέσω του οποίου όχι μόνο προωθούνται «υποκειμενικές» ιστορίες και διάφορα πολιτισμικά στοιχεία, αλλά επίσης είναι εφικτό να ανοίξει διάλογος μεταξύ διαφόρων πολιτισμών για προσωπικά (και μη) ή κοινά βιώματα του παρελθόντος. Αυτό συμβαίνει διότι η πολιτιστική διπλωματία, εκδηλώνεται μέσω του πολιτισμού και συνεπώς μέσα από τις τέχνες, τις διάφορες επιστήμες, τη θρησκεία και γενικότερα τις παραδόσεις, τα ήθη και τα έθιμα. Όλα αυτά τα στοιχεία, συνδέονται άμεσα με το πεδίο της προφορικής ιστορίας, η οποία είναι δυνατό να «χτίσει γέφυρες» μεταξύ των λαών. Κάτι τέτοιο ενδέχεται να καταστεί εφικτό μέσα από την επικοινωνία των αφηγητών, οι οποίοι ναι μεν μπορεί να προέρχονται από διαφορετικές χώρες αλλά έχουν να μοιραστούν μια διαφορετική ιστορία για μία κοινή «ιστορική» στιγμή της ανθρωπότητας. Τέλος, μέσα από την περαιτέρω διερεύνηση των προφορικών μαρτυριών, μπορεί να ανοίξει διάλογος μεταξύ των κρατών για ιστορικά τραύματα του παρελθόντος με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν καλύτερες σχέσεις.

Πηγές:

  • LynnAbrams (2014). Θεωρία Προφορικής Ιστορίας. Αθήνα: Πλέθρον.
  • PaulThompson (2002). Φωνές από το Παρελθόν. Αθήνα: Πλέθρον.

Κωνσταντίνος Χατζηανδρέου

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here