της Κωσταντίνας Χατζίνα Κοινωνιολόγος-Msc Αrt cultural manager

 

Προς τα τέλη του 18ου αιώνα (με βάση την προσέγγιση του πνευματικού ρεύματος του Διαφωτισμού) και κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα ιδιαίτερα, η έννοια του πολιτισμού θεωρούνταν ταυτόσημη με την ηθική, επιστημονική και κοινωνική πρόοδο. Ερχόταν σε αντίθεση με την έννοια της κουλτούρας η οποία είχε σχέση με την τέχνη, την παιδεία και την παράδοση. Σιγά- σιγά η έννοια του πολιτισμού έγινε ταυτόσημη με την ανάπτυξη της τεχνολογίας και του βιομηχανικού τρόπου παραγωγής.

Τον 20ο αιώνα η ιδέα της ανάπτυξης εκφράστηκε μέσα από δύο ρεύματα. Το πρώτο προωθούσε τον «μύθο της ανάπτυξης» σύμφωνα με τον οποίο η κοινωνική και πολιτισμική πρόοδος είναι το αυτόματο αποτέλεσμα της οικονομικής ανάπτυξης .Το δεύτερο ρεύμα , αυτό του βιομηχανικού εκσυγχρονισμού θεωρούσε πως ο πολιτισμός είναι ένας συντελεστής της οικονομικής ανάπτυξης, αναγκαίος μεν αλλά χωρίς άλλη σημασία παρά μόνο ως μέσου για την επίτευξη της τελευταίας. Και οι δύο αντιλήψεις περί ανάπτυξης την θεωρούσαν ως οικονομική και όχι ως κοινωνική ή πολιτισμική ( Γρ.Πασχαλίδης κ.συν, 2002 : 225 ).

Οι αναπτυγμένες και αναπτυσσόμενες χώρες οι οποίες εφάρμοσαν τις παραπάνω ιδέες περί ανάπτυξης αντιμετώπισαν και αντιμετωπίζουν πολλαπλά προβλήματα . Αρκεί να αναφέρουμε τη μόλυνση του περιβάλλοντος και το φαινόμενο του θερμοκηπίου που έχουν ως αποτέλεσμα τη μείωση της χλωρίδας και της πανίδας του πλανήτη μας, όλα αυτά εξαιτίας της ταχείας οικονομικής ανάπτυξης με κάθε τρόπο και με σκοπό το κέρδος. Επιπροσθέτως μπορεί κανείς να αναφέρει τα μεγάλα ποσοστά της ανεργίας που προκάλεσε η έκρηξη των νέων τεχνολογιών καθώς επίσης και την δημιουργία υπερτροφικών πόλεων με μη βιώσιμα δίκτυα δημόσιας συγκοινωνίας . Εξάρτηση από το αυτοκίνητο και μείωση των πεζών και των ποδηλατών εξαιτίας πολλές φορές του φόβου του εγκλήματος σε ορισμένες περιοχές των προαστίων. Σε αυτά μπορούν να προστεθούν η έλλειψη σωματικής άσκησης και ιδιαίτερα η αύξηση του βάρους των παιδιών (προτίμηση για γρήγορο φαγητό, καθιστική ζωή ακόμα και κατά τη διάρκεια του ελεύθερου χρόνου– ηλεκτρονικά παιχνίδια στον υπολογιστή και παρακολούθηση τηλεόρασης) και άλλα πολλά (Bianchini, F., 2004:1-2).

«Εν ολίγοις, στις αρχές του 20ο αιώνα, η εξέλιξη του σύγχρονου πολιτισμού που βασιζόταν στην κυριαρχία της επιστήμης και της τεχνολογίας, του επιστημονικού και του τεχνολογικού Λόγου συζητήθηκε παντού με όρους ‘κρίσης’»(Stuart Hall , et al, 2003: 385-386).

Σήμερα αναγνωρίζεται ευρύτερα ότι η οικονομική δραστηριότητα λαμβάνει χώρα μέσα σε μία πολιτιστικά κατασκευασμένη πραγματικότητα. Η UNESCO πιστεύει στο αδιαίρετο πολιτισμού και ανάπτυξης γιατί μόνο έτσι θα ολοκληρωθεί η πορεία των ομάδων, των κοινοτήτων και των εθνών προς μία κατεύθυνση οικονομικής ανάπτυξης καθώς και πνευματικής, συναισθηματικής, ηθικής και διανοητικής ολοκλήρωσης. Ο πολιτισμός πρέπει να είναι παρών (όντας κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης) σε όλα τα επίπεδα του αναπτυξιακού σχεδιασμού , αλλά κυρίως στο τοπικό(Λουκάκη, A., 2007:134-146).Όπως χαρακτηριστικά τόνισε ο πρώην Γενικός Διευθυντής της UNESCO Φεδερίκο Μαγιόρ «Οσάκις μια χώρα έθεσε στόχο την οικονομική ανάπτυξη χωρίς αναφορά στο πολιτισμικό της περιβάλλον, προέκυψαν σοβαρές οικονομικές και πολιτιστικές ανισορροπίες και μεγάλη δυσαρμονία μεταξύ του ανθρώπου και του φυσικού περιβάλλοντος[….] Σε τελευταία ανάλυση οι προτεραιότητες, τα κίνητρα και οι στόχοι της ανάπτυξης πρέπει να βρεθούν στον πολιτισμό»( Φεδερίκο Μαγιόρ όπως αναφέρεται στο Γεώργιος Ι. Χριστογιάννης, 2007).

Έτσι οι φορείς της επιστημονικής και της διεθνούς κοινότητας άρχισαν να αναζητούν εναλλακτικά πρότυπα ανάπτυξης όπως ο πολιτισμικός σχεδιασμός «cultural planning» και η Πολιτισμική Διπλωματία. Ο τρόπος που ασκεί μία χώρα την εξωτερική της πολιτική μέσω του πολιτισμού της κερδίζει συνεχώς έδαφος. Ένας τομέας της Πολιτιστικής Διπλωματίας είναι η «Διπλωματία της Μάρκας ή του Τόπου», η οποία αποσκοπεί στην ανάδειξη της ξεχωριστής πολιτισμικής ταυτότητας μίας χώρας, ώστε να αναπτυχθεί η αυτοσυνειδησία της και να προβληθεί μια ελκυστικότερη εικόνα γι’ αυτήν στο εξωτερικό. Η γνώση της ιδιαίτερης φυσιογνωμίας ενός τόπου όπως είναι στην περίπτωση μας η Αίγινα καθώς και η ανάδειξη της πολιτισμικής ταυτότητας οδηγούν στη διαδικασία branding. Η αναγνωρίσιμη επωνυμία ενός τόπου έχει ως σκοπό την προσέλκυση δημιουργικών επισκεπτών. Υπάρχει το παρακάτω παράδοξο: ενώ το προϊόν του πολιτιστικού τουρισμού οφείλει να είναι «αυστηρά» τοπικό, αλλιώς δε θα μπορεί να είναι πολιτιστικώς ανταγωνίσιμο, η αγορά στην οποία απευθύνεται είναι παγκόσμια.

Στο πλαίσιο αυτό, καλούμαστε να αναλογιστούμε το ενδεχόμενο τοπικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και τα θετικά οικονομικά αποτελέσματα, που προκύπτουν από την αξιοποίηση του πολιτιστικού πόρου με το όνομα «φιστίκι Αιγίνης». Καλές πρακτικές μέσα σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, δείχνουν πως αν οι πολιτιστικοί πόροι, όπως είναι στην περίπτωση μας τα φυσικά προϊόντα διατροφής, αξιοποιηθούν και προβληθούν με ένα μεθοδευμένο τρόπο (με βάση τη θεωρία του destination branding) τότε αυτό έχει σαν συνέπεια την αύξηση της επισκεψιμότητας και οικονομικά οφέλη. Σε αρκετές περιοχές έχει γίνει κατανοητό πως μόνο με τη συνεργασία και όχι με τον ανταγωνισμό δημιουργείται μία ταυτότητα και η εικόνα ενός τόπου προς τα έξω είναι ελκυστική. Τοπική ανάπτυξη με βάση εναλλακτικές μορφές τουρισμού (πχ γαστρονομικός τουρισμός), καινοτομίες και χρήση νέων τεχνολογιών οδηγούν σε βιωσιμότητα και αειφορία.

Τα ερωτήματα είναι:

  • Ξεχωρίζει το νησί ανάμεσα σε άλλους προορισμούς (destination branding); Αντιμετωπίζεται σαν ένας ζωντανός οργανισμός που παράγει καινοτομία, προωθεί τη συνεργασία και τη λήψη πρωτοβουλιών, αλλά και αναλαμβάνει ρίσκο με τελικό στόχο την αύξηση της ανταγωνιστικότητας του νησιού και την αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου των κατοίκων της; Με λίγα λόγια υπάρχει ενδογενής ανάπτυξη;
  • Ποια στοιχεία συνθέτουν την ταυτότητα της Αίγινας, υπάρχει κάποια στρατηγική και αν όχι ποιες προτάσεις θα μπορούσαν να γίνουν έτσι ώστε η εικόνα που προσλαμβάνουν οι επισκέπτες να είναι θετική και δυνατή;
  • Ποιος είναι ο ρόλος των φυσικών προϊόντων διατροφής του νησιού στη διαμόρφωση της παραπάνω ταυτότητας; Το φιστίκι Αιγίνης αντιμετωπίζεται ως πολιτιστικός πόρος; Δίδεται βαρύτητα στην ανάπτυξη εναλλακτικών μορφών τουρισμού και ιδιαίτερα του γαστρονομικού τουρισμού ;

Οι προορισμοί που έχουν εφαρμόσει επιτυχώς τις στρατηγικές επωνυμίας (destination branding) κατανοούν τους τρόπους που αυτές μπορούν «να βοηθήσουν την γεφύρωση χασμάτων μεταξύ των δυνατών σημείων ενός προορισμού και τις αντιλήψεις των δυνητικών επισκεπτών» (Morgan et al όπως αναφέρεται από την Alyssa Bierzynski, 2011:7).

Βιβλιογραφία

  • Γρ.Πασχαλίδης –Αικ. Χαμπούρη Ιωαννίδου,2002,Οι διαστάσεις των πολιτιστικών φαινομένων , τόμος Α , Πάτρα : ΕΑΠ.
  • Bianchini, F., (2004), A crisis in urban creativity? Reflections on the cultural impacts of globalization, and on the potential of urban cultural policies, Paper presented at the international symposium The Age of the City: the Challenges for Creative Cites, Osaka, February 7th-10th 2004, πρόσβαση 28-10-2014, διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο http://www.artfactories.net/A-Crisis-in-Urban-Creativity.html
  • Stuart HallBram Gieben, (2003), Η διαμόρφωση της νεωτερικότητας. Οικονομία, κοινωνία, πολιτική, πολιτισμός, Β’ έκδοση, Σαββάλας.
  • Λουκάκη, Α.(2007), Μεσογειακή πολιτιστική γεωγραφία και αισθητική της ανάπτυξης-Η περίπτωση του Ρεθύμνου, Αθήνα: Ινστιτούτο του βιβλίου-Α.Καρδαμίτσα.
  • Χριστογιάννης, Γ. (2007), Πολιτισμός και βιώσιμη ανάπτυξη, πρόσβαση 28-10-2014, διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο http://www.seetha.gr/arthratesseetha/arthratouseetha/politismoskaibiosimeanaptuxe.html
  • Bierzynski, Α.,(2011), Destination Branding and First Impressions. An Analysis of Grenada’s Tourism Promotion, διπλωματική εργασία στο American University Washington, D.C., πρόσβαση 18-11-2014, διαθέσιμο στο δικτυακό τόπο http://www.american.edu/soc/communication/upload/Alyssa-Bierzynski.pdf
Print Friendly, PDF & Email