Χρόνια εκατόν ογδόντα σου, καμπάνα αγιασμένη
ηχείς σαν Αγιορείτικη τού Κόσμου άγια σκήτη.
Παπάς δε κρούει το σκοινί, διάκος δε σιγοψέλνει,
μήτε αγγέλλοι χρυσαφείς, με λάμψεις τού πυρίτη,
σού παραστέκουν προπομποί σαν στέφεσαι την μέρα.
Τι κάθε ώρα αχανής καί κάθε μέρα χρόνια,
απέραντη η μοίρα σου, κ’ η Ακρόπολις μιά βέρα
υπόσχεση παντοτεινή σε κόρες καί αγγόνια.
Αιγέας κρούει το σκοινί, αύρες σκορπούνε αίνους
Δασκάλοι σμίγουν μ’ άγιους, το σήμερα μ’ αιώνες,
ίχνη στη γη τών ποιητών τα μάρμαρα τού γένους,
όλα τα θάμματα μαζί ! Μνήμη χωρίς χειμώνες !
Χτυπά το σήμαντρο αητός καί συνεχίζει σπίνος
κι είν’ η καμπάνα τούτη γη, μ’ ασφόδελα γελούσα,
γλυτσίνες, κρίνοι ανάκατα κι εκεί να ρέει οίνος.
Αχ, ο καϋμός τού πλάνητα: «κοντά σου να εζούσα,
γιά να μουσκεύω τη ματιά στα ροδαλά τα μάγια,
καθώς η θάλασσα χρυσή, με μύθους όλο ραίνει
τον ουρανό τον Δέσποτα καί την νυχτιά την άγια.
Σεμνά σιωπούνε οι ελιές, τα σύννεφα σαν ξαίνει
ο πυρετός τού Αίολου, τα άτια τού Αιγαίου».
 
Κι εγώ μικρός, πάντα παιδί, σε χώρεσα στο βλέμμα
καθώς εμεταλάβαινα τού μέγα σου Ωραίου,
από το δισκοπότηρο, π’ αντί κρασί ‘χεν αίμα.
Ματώνουνε τα μάρμαρα, Ελγίνε, Μάκμπεθ γέννα !
Τ’ ανάθεμα βράχος βαρύς, γιατί ‘ναι μαυροφόρες
από τη σκόνη τής κλοπής, τού Ερεχθείου οι κόρες.
Ω δεν εφτώχυνες ποτέ, κι ας πλούτισες τα ξένα,
 
μυριόκαλη, ιοστεφής, Παντάνασσα τού δέους.
Μοίρα μου είν’ η μοίρα σου, Αθήνα Περικλέους !
Print Friendly, PDF & Email