Από τη Μαίρη Αδαμοπούλου

Σκαρφαλωμένο στο λόφο του Αστεροσκοπείου περνά απαρατήρητο από τους περαστικούς: ένα σπίτι ανάμεσα στα άλλα. Κι όμως, το οίκημα της οδού Οτρυνέων 13 δεν είναι ένα συνηθισμένο σπίτι. Κι ίσως να μην υπήρξε ποτέ συνηθισμένο. Διότι σήμερα πλέον ανοίγει τη δίφυλλη γκρίζα πόρτα του ως ένα ακόμη παράρτημα του Μουσείου Μπενάκη. Ωστόσο για 33 χρόνια (1974-2007) εκτός από τους κατοίκους του, τα αδέλφια Τάσο και Μαρία Βαλαδώρου, φιλοξενούσε και μια πολύτιμη συλλογή από 320 εικόνες, 100 αρχαιότητες, 2.000 βιβλία – εκ των οποίων τα 200 ιδιαιτέρως σπάνιες εκδόσεις – και κάπου 10 λειτουργικά άμφια. Με άλλα λόγια, ήταν πάντα ένα μικρό μουσείο.

Το οικογενειακό αυτό σπίτι με την εξαιρετική θέα προς την Ακρόπολη κληροδοτήθηκε μαζί με το πολύτιμο περιεχόμενό του στο δραστήριο Μουσείο Μπενάκη το 2007, υπό τον όρο να είναι επισκέψιμο. Και παρά το γεγονός ότι οι καιροί δεν επιτρέπουν ανοίγματα, οι ιθύνοντες του Μουσείου τήρησαν ως όφειλαν τους όρους της διαθήκης και μεταμόρφωσαν το 240 τ.μ. κτίριο σε ένα μουσείο-μπιζουδάκι.

Δίπλα στην πόρτα, ένα πορτμαντό των αρχών του 20ού αιώνα θυμίζει πως ο επισκέπτης μπαίνει σε ένα αστικό σπίτι. Η ισορροπία ανάμεσα στη θαλπωρή της οικίας και το μουσειακό ύφος – το οποίο έχει πετύχει με εξαιρετική μαεστρία η υπεύθυνη του χώρου – επιμελήτρια του Μουσείου Μπενάκη, Αναστασία Δρανδάκη – ξεκινά ήδη από την είσοδο. Εκεί που αναδεικνύεται η σημαντική δουλειά που έκανε το τμήμα συντήρησης του Μουσείου είναι στα αντικείμενα της συλλογής Βαλαδώρου, μέσα από επιτοίχια κείμενα που δείχνουν την κατάσταση των κειμηλίων πριν και μετά τη φροντίδα που δέχτηκαν από τους ειδικούς.

Με τόνους γκρι σκούρου στο ισόγειο και βαθυκόκκινου στους τοίχους του πρώτου ορόφου, η περιήγηση ξεκινά με τη γνωριμία με τους οικοδεσπότες. Ο Τάσος Βαλαδώρος (1911-1995), με σπουδές νομικής και έμπορος ιερατικών υφασμάτων, ιδιαίτερα καλλιεργημένος και χαμηλών τόνων, είχε χτίσει μεθοδικά τη συλλογή του με αντικείμενα που σχετίζονταν κυρίως με τις φιλοσοφικές του αναζητήσεις. Στο πλευρό του, η αδελφή του Μαρία (1923-2007), πάντα διακριτική, εργαζόταν μαζί του στο κατάστημα που διατηρούσαν στην οδό Πετράκη 30. Στις συστάσεις για τα δύο αδέλφια μπορεί ο επισκέπτης να διαβάσει την αλληλογραφία του συλλέκτη με τον Φώτη Κόντογλου, αλλά και με ιεράρχες της εποχής, πλάι σε φωτογραφικά στιγμιότυπα από τη ζωή τους. Εν συνεχεία, μπορεί να θαυμάσει τον κομψό μαρμάρινο κορμό της Αφροδίτης, ο οποίος είναι αδούλευτος στην πίσω όψη του καθώς φαίνεται πως ήταν τοποθετημένος σε κόγχη. Λίγο πιο πέρα, παρουσιάζονται 30 αρχαιότητες: από ένα μυκηναϊκό ασκό του 14ου αι. π.Χ. ως ειδώλια ιερέων του 3ου αι. π.Χ.

Τη σκυτάλη παίρνει μία αίθουσα με πληροφορίες γύρω από το διασημότερο έργο της συλλογής – έναν από τους παλαιότερους βυζαντινούς επιταφίους που έχουν σωθεί (αρχές 14ου αι)· το χρυσοκέντητο μεταξωτό ύφασμά του, μάλιστα, θα εκτεθεί στο κεντρικό κτίριο του Μουσείου Μπενάκη. Έπειτα, ακολουθεί ένα μικρό ξυλόγλυπτο σαλονάκι πριν περάσει ο επισκέπτης να δει τα ενδιαφέροντα παλαίτυπα – ανάμεσά τους τον Τίμαιο του Πλάτωνα, παραγγελία του Καλβίνου το 1534 – αλλά και να πάρει μια πρώτη γεύση από τις εικόνες της συλλογής –9 έργα της κρητικής και της επτανησιακής σχολής.

Στον επάνω όροφο, γύρω από τα δισκοπότηρα του 18ου αι., αξίζει να σταθεί κάποιος στο τρίπτυχο με αγίους προστάτες από τη χολέρα και την πανώλη (Άγιοι Χαράλαμπος, Σπυρίδωνας και Γεράσιμος), στο ασημένιο φυλακτό του 19ου αι. μέσα στο οποίο υπάρχει ένα τάμα-προβατάκι, αλλά και στην ασυνήθιστη εικόνα του 17ου αι. με τους δύο Αγίους Αντωνίους – το Μέγα και τον εν Βεροία – που εορτάζονταν με ένα μεγάλο πανηγύρι στη Θεσσαλία.

Το άρθρο αυτό δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο τεύχος 234 (Σεπτέμβριος-Νοέμβριος 2017) των Νέων της Τέχνης.