Ο θεσμός της πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης έκανε την εμφάνισή του το 1985 ξεκινώντας από την Ελληνίδα Μελίνα Μερκούρη, με πρώτη πολιτιστική πρωτεύουσα την Αθήνα, και αποτελεί σταθμό για την πολιτιστική ταυτότητα της Γηραιάς Ηπείρου. Από τότε τη σκυτάλη πήραν πολλές ακόμα ευρωπαϊκές και μη πόλεις, καθώς συμμετείχαν στο θεσμό και οι λοιπές ήπειροι εκτός της γηραιάς.

Ως πολιτιστική πρωτεύουσα της Ευρώπης θεωρούνται μία (ή περισσότερες) πόλη, η οποία ορίζεται για μια συγκεκριμένη χρονιά από την αρμόδια Επιτροπή. Έτσι, δίνεται η δυνατότητα να αναδειχθεί ο πολιτισμός της κάθε πολιτιστικής πρωτεύουσας με διάφορες δράσεις που αυτή θεωρεί απαραίτητες, όπως πολιτιστικές εκδηλώσεις και άλλα δρώμενα παρόμοιου περιεχομένου. Η πολιτιστική πρωτεύουσα είναι ένα από τα πιο φιλόδοξα και συνεργατικά πολιτιστικά έργα, τόσο από άποψη εφαρμογής όσο και κλίμακα, που πραγματοποιείται μέσα στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η διαφύλαξη της πολιτιστικής κληρονομιάς της Ευρώπης αποτελεί κεντρικό στόχο της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον πολιτισμό, προκειμένου να μπορέσει η Ευρώπη να είναι προσβάσιμη σε όλους και να προωθεί τον ευρωπαϊκό κλάδο της τέχνης και της δημιουργίας. Το αίσθημα του ανήκειν, γενικότερα, σχετίζεται με τη δημιουργία της αίσθησης ότι όλοι οι Ευρωπαίοι πολίτες έχουν μια κοινή πολιτισμική κληρονομιά η οποία θα πρέπει να διαφυλάσσεται, να προάγεται και να προωθείται μέσα από το πλαίσιο της λειτουργίας της Ένωσης.

Σκοπός των δραστηριοτήτων που προάγονται μέσα από το θεσμό της πολιτιστικής πρωτεύουσας είναι να δημιουργηθούν οι βάσεις ώστε η εκάστοτε πολιτιστική πρωτεύουσα, και η χώρα γενικότερα, να προσελκύσει τον τουρισμό, να γνωστοποιήσει τα τοπικά προϊόντα και χαρακτηριστικά της στον υπόλοιπο κόσμο, να αναδείξει και να παρουσιάσει την Παιδεία και το πνευματικό της έργο, τα ήθη και τα έθιμα, τις παραδόσεις και όλα όσα την κάνουν να νιώθει περήφανη. Η συγκεκριμένη πτυχή της πολιτιστικής πρωτεύουσας συμβάλλει στην οικονομική ενίσχυση της χώρας και στην ευρύτερη βελτίωση της εικόνας της.

Σύμφωνα με έρευνες (1994-2004) απoδείχθηκε ότι ο θεσμός αυτός έχει πολύ μεγάλη θετική επίδραση σε πολιτιστικό επίπεδο και σε επίπεδο μακροπρόθεσμης ανάπτυξης. Η φιλοσοφία του θεσμού συνοψίζεται στις ρήσεις δύο διακεκριμένων Ευρωπαίων που ασχολήθηκαν με το ζήτημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης, του Jean Monnet και της Μελίνας Μερκούρη. Ο Γάλλος διανοούμενος ανέφερε πως «αν θα έπρεπε να ασχοληθώ ξανά με την ενοποίηση της Ευρώπης, θα ξεκινούσα από τον πολιτισμό της», ενώ το Νοέμβριο του 1983 στη Σύνοδο των Υπουργών της ΕΕ στην Αθήνα, η Μελίνα Μερκούρη είπε ότι «είναι ανάγκη να ακουσθεί η φωνή μας τόσο δυνατά όσο και η φωνή των τεχνοκρατών. Ο πολιτισμός, η τέχνη και η δημιουργικότητα δεν είναι λιγότερο ενδιαφέροντα από την τεχνολογία, το εμπόριο ή την οικονομία».

Η Αυστρία και πάλι στο «παιχνίδι»

Το «αλάτι και το νερό ως DNA» ήταν ο γενικός όρος για τον τίτλο της πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης το 2024. Το Μπαντ Ισλ-Ζαλτσκάμεργκουτ (Bad IschlSalzkammergut), περιοχή που βρίσκεται στην Άνω Αυστρία και μετράει γύρω στους 14.100 κατοίκους, ψηφίστηκε να είναι η Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης το 2024. Διάδοχος του Γκρατς (Graz) το 2003 και του Λιντς (Linz) το 2009, τα ηνία παίρνει το Μπαντ Ισλ. Αξίζει να σημειωθεί πως στον τελικό γύρο, εκτός αυτού, ήταν το Ζανκτ (ή Σανκτ) Πέλτεν (Sankt Poelten ή St. Poelten) και το Ντόρνμπιρν (Dornbirn). Η απόφαση ανακοινώθηκε στην Ομοσπονδιακή Καγκελαρία και ο αυστριακός εκπρόσωπος επισήμανε πως το Μπαντ Ισλ μαζί με τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Εσθονίας Τάρτου (Tartu) και τη νορβηγική πόλη Μπόντο (Bodo) θα αποτελέσουν την τριάδα πολιτιστικών πρωτευουσών (KulturhauptstadtTriumvirat) του 2024.

Η απόφαση δεν ήταν εύκολη, σύμφωνα με τον Υπουργό Πολιτισμού, Αλεξάντερ Σάλενμπεργκ (Alexander Schallenberg). Λήφθηκε μετά από μια πολυετή διαδικασία. Αρχικά, υπήρχαν δεκαεπτά υποψηφιότητες πόλεων, γεγονός που αντανακλά το ενδιαφέρον που υπάρχει για αυτή τη διαδικασία. Σύμφωνα με τους προέδρους της κριτικής επιτροπής, τα κριτήρια για την επιλογή ήταν η μακροπρόθεσμη πολιτιστική στρατηγική, η ποιότητα, η διαχείριση και η δυνατότητα υλοποίησης του προγράμματος, η ευρωπαϊκή διάσταση και η δικτύωση. Κατά τους ίδιους, η τέχνη και ο πολιτισμός μπορούν να ενώσουν τους λαούς. Ο πολιτισμός δεν αποτελεί γιορτή της Ευρώπης, αλλά παιδί της. «Θα πρέπει να αναρωτηθούμε τι πραγματικά μας κάνει Ευρωπαίους. Έτσι, μόνο, θα καταλάβουμε ότι δεν μπορούμε να αφήσουμε στην άκρη την τέχνη και τον πολιτισμό. Είμαστε σε θέση να μεταφέρουμε το κοινό αίσθημα και τη συνεργασία», επισήμανε ο Σάλενμπεργκ. «Η ιδέα της πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης είναι πολύτιμη ακόμα και στον 21ο αιώνα και προωθεί το περιφερειακό στοιχείο στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση».

Σκοπός ήταν να αποτελέσουν ένα ευρωπαϊκό πρότυπο για την εξισορρόπηση του τουρισμού με τον πολιτισμό και όχι να αυξήσουν τα κέρδη τους, παρόλο που κάτι τέτοιο θα ήταν καλό για τον προϋπολογισμό του κράτους. Υπάρχει διαφορά, άλλωστε, μεταξύ του πολιτιστικού τουρίστα και του ταξιδιώτη που κάποιες φορές μένει μόνο για μια φωτογραφία. Το Μπαντ Ισλ και η περιοχή του Ζαλκάμεργκουτ (Salzkammergut) ασχολήθηκαν ενεργά με το ζήτημα του υπέρ-τουρισμού στην αίτηση που κατέθεσαν για την υποψηφιότητά τους.

Τέλος, ο Υπουργός Πολιτισμού κλείνει λέγοντας πως κατάφεραν να δημιουργήσουν έναν φιλικό ανταγωνισμό, κάτι το οποίο ήταν πολύ ωραίο. Οι τρεις φιναλίστ απέδειξαν ότι έχουν απίστευτη δέσμευση και καλή συνεργασία.

Σιάπκαρη Παναγιώτα

Πηγές: kurier.at, ecoc2021.culture.gr, dspace.lib.uom.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here