Είναι γεγονός ότι η επονομαζόμενη ‘κλασική’ μουσική, με τον όρο να περικλείει τη χρονική περίοδο από τον 17ο έως τις παρυφές του 20ου αιώνα, πιστεύεται πως έχει σταματήσει να παράγεται. Η μετατόπιση της κοινωνίας καθώς και η ένταξη των δημιουργών σε διαφορετικές αισθητικές συνιστώσες και απλουστευμένες/εκλαϊκευμένες καλλιτεχνικές προτάσεις, έχει δημιουργήσει την αίσθηση πως οι σύγχρονοι ‘κλασικοί’ ερμηνευτές καταπιάνονται με αριστουργήματα που έρχονται από το παρελθόν, αναμνήσεις άλλων εποχών και μεγεθών, αναφορές σε κοινωνίες άλλης αντίληψης και κοσμοθεωρίας. Είναι αλήθεια ότι η κλασική, λόγια μουσική έχει σταματήσει να παράγεται; Παραδείγματα- και μάλιστα από τον ελλαδικό χώρο- αποδεικνύουν το αντίθετο. Καθώς είναι αρκετά κι αναφορά σε συγκεκριμένα μπορεί να αδικήσει τα μή αναφερόμενα, θα σταθώ στην προσωπική μου εμπειρία ως πιανίστας και συγκεκριμένα, στο επίσημο ντεμπούτο μου στο Λονδίνο, σε ρεσιτάλ πιάνου στο St James’s Piccadilly. Κατά κύριο λόγο επέλεξα έργα συνθετών οι οποίοι είναι κοντά στην ιδιοσυγκρασία και τις ερμηνευτικές μου προτιμήσεις: Bach, Schumann, Chopin και Tchaikovsky αποτέλεσαν τον κορμό του προγράμματος εκείνου του ρεσιτάλ. Θεώρησα πως μια σχετικά αντικομφορμιστική προσθήκη ήταν απαραίτητη: αφενός έχοντας ως στόχο να αναδειχθεί η ελληνική δημιουργία, αφ’εταιρου προς απόδειξη πως η τάση και ιδέα δεν πέθανε στις αρχές του προηγούμενου αιώνα όσον αφορά την παραγωγή λόγιας οργανικής μουσικής. Όταν επικοινώνησα με τον Φώτη Κουτζαγιώτη, καθηγητή μου κατά έξι χρόνια στο Μουσικό Σχολείο Κορίνθου, συνθέτη που έχει μαθητεύσει δίπλα στον Θεόδωρο Αντωνίου, σπουδαίο μουσικό και εκ των βασικών διαμορφωτών της αντίληψης μου περί μουσικής, ήξερα πως το πιθανό αποτέλεσμα της πρότασης μου θα με δικαίωνε. Κι έτσι έγινε. Η παραγγελία ενός νέου έργου έγινε δεκτή, και στο ρεσιτάλ παρουσίασα μια τετραμερή σύνθεση έντονα ιδιοσυγκρασιακή, ένα αμάλγαμα της σχέσης του συνθέτη με τον γράφοντα διανθισμένο με αναφορές στην Ελλάδα. Η Ελλάδα είναι παντού μέσα στο ‘Around C’ , ιδίως στο τρίτο μέρος του. Ένα έργο το οποίο απόλαυσα πολύ κατά τη διάρκεια της μελέτης μου, από το οποίο πήγαζαν ποιότητες που δεν άφηναν πολλούς ασυγκίνητους. Το έργο έλαβε -δικαίως- θερμής αποδοχής από το κοινό, κριτικούς που βρέθηκαν στο ρεσιτάλ, και πρωτίστως από την καθηγήτρια μου, Lucy Parham. Αν κι αρχικά είχα επικροτήσει την πρωτοβουλία μου να δώσω την παγκόσμια πρεμιέρα ενός νέου έργου, η επιφυλακτικότητα όσον αφορά την ποιότητα λόγω καταγωγής ήταν πρόδηλη. Μέχρι την πρώτη φορά που το έπαιξα για εκείνη στο μάθημα. Βρέθηκαν πολλοί οι οποίοι μου είπαν ‘δεν περιμέναμε κάτι τόσο καλό από έναν Έλληνα συνθέτη’. Η άγνοια την ανθρωπότητας είναι προφανής όσον αφορά τη σημερινή Ελλάδα. Η Ελλάδα του χθες, με το ένδοξο, παραγωγικό και διαφωτιστικό παρελθόν της, είναι καθιερωμένη στην κοινή συνείδηση ως κοιτίδα πολιτισμού, λίκνου ιδανικών, χωροχρόνος παραγωγής ιδεών και προόδου.

Που βρίσκεται η Ελλάδα του σήμερα, η Ελλάδα που δεν αρκείται στην προσκόλληση στο ένδοξο παρελθόν; Που βρίσκεται η Ελλάδα που παράγει, δημιουργεί και προσφέρει; Βρίσκεται εδώ και ψάχνει χώρο, ανταπόκριση, εκφραστές και αγγελιοφόρους. Η σύγχρονη λόγια ελληνική μουσική δημιουργία μπορεί να αποτελέσει την αιχμή του πολιτιστικού δόρατος για την διείσδυση στο παγκόσμιο καλλιτεχνικό-και μή- γιγνεσθαι. Η νεοελληνική πρόταση και ταυτότητα μπορεί να διεκδικήσει επάξια τον χώρο που της αρμόζει δίπλα στα αριστουργήματα του παγκόσμιου ρεπερτορίου παρουσιάζοντας ένα καλλιτεχνικό αφήγημα το οποίο θα είναι ενωτικό, μέσω των μορφών έκφρασης της. Η σκηνή είναι τόπος συνάντησης ανθρώπων, δημιουργών και δημιουργιών, καθώς και ιδεών οι οποίες υπερβαίνουν τις εθνικές αντιπαραθέσεις. Αλήθεια, δεν θα ήταν ενδιαφέρον για παράδειγμα το να συμπράξουν Έλληνες και Τούρκοι μουσικοί επι σκηνής σε ένα προγραμμα που θα συμπεριλαμβάνει ελληνική και τουρκική δημιουργία; Δεν θα ήταν αυτή μια πρώτης τάξεως άσκηση πολιτιστικής διπλωματίας; Το πείραμα της Ελληνοτουρκικής Ορχήστρας Νέων έχει να μας διδάξει πολλά, και το Ινστιτούτο Πολιτιστικής Διπλωματίας από κοινού με τον γράφοντα έχουν την πεποίθηση ότι τέτοιες κινήσεις πρέπει να πολλαπλασιαστούν και να ενισχυθούν. Μείνετε συντονισμένοι.

*Ο Σταύρος Δρίτσας είναι ένας νέος πιανίστας με έδρα το Λονδίνο, όπου σπουδάζει με υποτροφία στο Guildhall School of Music and Drama στο τρίτο έτος του προγράμματος σπουδών Piano Performance. Η συναυλιακή του δραστηριότητα έχει λάβει χώρα σε πολλές χώρες της Ευρώπης, ενώ έχει ήδη διακριθεί σε διαγωνισμούς και ηχογραφήσει για την Ελληνική και Βρετανική Ραδιοφωνία. Στα επόμενα καλλιτεχνικά σχέδια του Σταύρου Δρίτσα περιλαμβάνονται ρεσιτάλ, εμφανίσεις με συμφωνικές ορχήστρες και συναυλίες μουσικής δωματίου σε Ελλάδα, Ευρώπη κι Αμερική, καθώς και η πρώτη του εμφάνιση στη δισκογραφία.

Print Friendly, PDF & Email