Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι: «Ο πολιτισμός αποτελεί τη βαριά βιομηχανία της Ελλάδας». Η ρηματική αυτή διατύπωση αναδεικνύει τη σημασία του πολιτισμού σε μία χώρα, τόσο στις εσωτερικές, όσο και στις εξωτερικές της δραστηριοποιήσεις, στα πλαίσια της άσκησης εξωτερικής πολιτικής και των διεθνών σχέσεων. Πράγματι, ο πολιτισμός, ως αντικατοπτρισμός μιας χώρας, εκπροσωπεί την ιστορία, τα ήθη και τα έθιμα, την κοινωνική αντίληψη, τη γλώσσα, το «σκέπτεσθαι και πράττεσθαι» ενός λαού. Μέσα από τη μέθεξη των πολιτισμών και την κατανόηση άλλων τρόπων σκέψης και συμπεριφοράς, κατατείνει στη συμφιλίωση και την αρμονική συνύπαρξή των, και, ταυτόχρονα, αποτελεί παράγοντα ειρήνης και σταθερότητας.

Ως εκ τούτου, ο πολιτισμός αντιπροσωπεύει ένα σύστημα θεσμών, αξιών, δράσεων, μέσα στον οποίο ο άνθρωπος αναπτύσσει την κοινωνικότητά του, την ηθική του υπόσταση, την πνευματική και υλική αισθητική του, διά μέσου του οποίου επικοινωνεί μιλώντας τη γλώσσα της παράδοσης. Καθίσταται, λοιπόν, προφανές ότι η πολιτιστική διπλωματία ταυτίζεται με μία από τις βασικές συνιστώσες της επικοινωνίας των λαών μεταξύ τους και αποτελεί μια μορφή άσκησης εξωτερικής πολιτικής, στα πλαίσια πάντοτε της «ήπιας ισχύος».

Η οικουμενικότητα του ελληνικού πολιτισμού αποτελεί πάντοτε συνεκτικό ιστό αναφορικά με την αναζήτηση κοινών καταβολών των ιστορικών δεσμών με άλλες χώρες.

Σύμφωνα με το άρθρο 12 της Σύμβασης για την Άυλη Πολιτιστική Κληρονομιά, κάθε κράτος-μέλος οφείλει να δημιουργήσει ένα ή περισσότερα ευρετήρια σχετιζόμενα με αυτή (σσ. άυλη πολιτιστική κληρονομιά), τα οποία πρέπει να ενημερώνονται τακτικά, ενώ αντίστοιχα, όταν ένα κράτος υποβάλλει την περιοδική έκθεσή του (periodicreport) στην Επιτροπή, πρέπει να παρέχει, μεταξύ άλλων, στοιχεία που να αφορούν το/τα εθνικό/ά ευρετήριο/α άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς. Αξίζει να σημειωθεί για την Ελλάδα πως από το 2008 έως σήμερα έχουν εγγραφεί 39 στοιχεία στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Κληρονομιάς.

Η προστασία, η ανάδειξη και η αξιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς, συμπεριλαμβανομένης και της άυλης πολιτιστικής κληρονομιάς, μέσω των Συμβάσεων της UNESCO, αποτελεί στόχο της Πολιτιστικής Διπλωματίας. Η Ελλάδα, η οποία έχει συνυπογράψει από το 1981 τη Συνθήκη της UNESCO για την προστασία των μνημείων και χώρων παγκόσμιας κληρονομιάς, αποτέλεσε μέλος του Εκτελεστικού Συμβουλίου της UNESCO για την περίοδο 2015-2019. Ακόμα, η χώρα πρωτοστάτησε στην εκστρατεία κατά της παράνομης διακίνησης πολιτιστικών αγαθών και υπέρ της επιστροφής παρανόμως εξαχθέντων πολιτιστικών αγαθών στις χώρες προέλευσής τους (π.χ. αγάλματα, εικόνες, χειρόγραφα), αλλά και στην προστασία αυτών, σε περιπτώσεις ένοπλων συρράξεων (π.χ. Κύπρος, Συρία). Επιπλέον, ο πολιτισμός προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στην πολιτιστική διπλωματία ως μέσο άσκησης εξωτερικής πολιτικής και προσέγγισης των λαών.

Τα διμερή μορφωτικά και πολιτιστικά προγράμματα συνθέτουν βασικό και συνεχές θεσμικό εργαλείο αυτής της πολιτικής. Για το λόγο αυτό, οι ποικίλες πολιτιστικές εκδηλώσεις των Ελληνικών Αρχών Εξωτερικού συμβάλλουν με δυναμικό τρόπο στην προβολή και διάδοση του κλασσικού και σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού.

Βυζαντινή Μουσική/Ψαλτική Τέχνη

Η Βυζαντινή Μουσική (όπως είναι ευρέως γνωστή) ή Ψαλτική Τέχνη, όπως αναφέρεταικαι καταγράφεται στους χιλιάδες μουσικούς χειρόγραφους κώδικες, δημιουργήθηκε στα πρωτοχριστιανικά χρόνια. Ως σημειογραφία καταγράφεται από τον 6ο αιώνα και μετά σε κώδικες που περιέχουν τα αναγνώσματα της Εκκλησίας. Χαρακτηρίζεται ως εκφωνητική σημειογραφία και καλύπτει χρονικά την λεγόμενη προσημειογραφική περίοδο (6ος-9ος αιώνας).

Κατά τον 7ο αιώνα ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός ορίζει την λεγόμενη οκταηχία. Τη χρήση, δηλαδή, 8 συγκεκριμένων μουσικών κλιμάκων οι οποίες απετέλεσαν το μουσικό άκουσμα για την μελοποιία. Σε όλες τις θεωρητικές πραγματείες σχετικά με την Βυζαντινή Μουσική γίνεται αναφορά για την ταύτιση των κλιμάκων αυτών σε σχέση με τις αρχαίες ελληνικές (Δώριο, Λύδιο Φρύγιο, κ.α.).

Από τα μέσα του 10ου αιώνα και μετά, η επιστήμη της Βυζαντινής Μουσικολογίας παρουσίασε τέσσερις περιόδους σημειογραφικής εξέλιξης: Α΄ περίοδος (950-1177), Β΄ περίοδος (1177-1670), Γ΄ περίοδος (1670-1814) και Δ΄ περίοδος (1814-μέχρι σήμερα). Όλα τα σημαδόφωνα της Ψαλτικής Τέχνης προέρχονται από τα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου. Η διαφορετική ονομασία των γραμμάτων και του τρόπου καταγραφής, όπως και η φωνητική τους ενέργεια, απετέλεσαν την λεγόμενη σημειογραφία.

Σκοπός της μουσικής τέχνης ήταν να επενδύσει τον υμνογραφικό πλούτο της Εκκλησίας, όπως αυτός δημιουργήθηκε από τον 4ο αιώνα και ύστερα, με αποκορύφωμα την περίοδο από τον 7ο-11ο αιώνα όπου η υμνογραφία της Ορθόδοξης Εκκλησίας μάς παραδίδει ένα πραγματικό πλούτο. Όλη αυτή η υμνογραφία, πρέπει να αναφέρουμε εδώ, συντάχθηκε για να ψάλλεται και να ακούγεται στις τελούμενες ακολουθίες. Η ασματική αυτή πράξη περιγράφεται με πολλές αναφορές στο σύγγραμμα «Ἔκθεσις Βασιλείου τάξεως», του αυτοκράτορος Κωνσταντίνου του Πορφυρογέννητου, αλλά και σε πολλές άλλες πηγές.

Κατά την Βυζαντινή και μεταβυζαντινή περίοδο, ο συνολικός αριθμός των μελουργών που συνέθεσαν συνθέσεις εκκλησιαστικής μουσικής ξεπερνά τον αριθμό των χιλίων. Οι δε κώδικες, που περιέχουν αυτό το μουσικό πλούτο σε παγκόσμιο επίπεδο, ξεπερνάνε τους 10.000 τον αριθμό καιβρίσκονται σε βιβλιοθήκες των Μονών του Αγίου Όρους, των Μετεώρων, του Σινά, και σε μεγάλες βιβλιοθήκες τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Η Βυζαντινή Μουσική ως άυλη πολιτιστική

Η Ψαλτική, ως ζωντανή παραδοσιακή τέχνη, θεωρείται από τα σημαντικότερα πολιτισμικά αγαθά, που συμβάλλουν δυναμικά στον αυτοπροσδιορισμό και την αυτογνωσία του ελληνισμού.

Το στοιχείο της Ψαλτικής Τέχνης, το οποίο εγγράφηκε στο Εθνικό Ευρετήριο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς το 2015, συμπεριλαμβάνει την απόδοση των μελωδιών στις εκκλησιαστικές ακολουθίες (συντελεστές, λειτουργικό τυπικό, σχεδιασμός μουσικών δρωμένων, εξοπλισμός βιβλίων, εκπαίδευση) και τα χαρακτηριστικά πολιτιστικά στοιχεία και ιδιώματά της. Το θεμελιώδες αντικείμενο της ψαλτικής δεσμεύεται από συγκεκριμένες πολυεπίπεδες τεχνικές και θεωρητικές γνώσεις. Οι συνιστώσες αυτές απαιτούν μακροχρόνιες σπουδές και συστηματικές ασκήσεις στους εκκλησιαστικούς Χορούς, σε συγκεκριμένες βαθμίδες και ειδικότητες (Αναγνώστης, Κανονάρχης, Δομέστικος, Λαμπαδάριος, Πρωτοψάλτης).

Η εγγραφή της Βυζαντινής Μουσικής/Ψαλτικής στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας αποφασίστηκε ομόφωνα κατά την 14η ετήσια συνεδρίαση της Διακυβερνητικής Επιτροπής της Σύμβασης για τη Διαφύλαξη της Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς (UNESCO, 2003) στις 11 Δεκεμβρίου 2019, στην Μπογκοτά-Κολομβία. Αξίζει να αναφερθεί ότι ο φάκελος υποψηφιότητας για την εγγραφή κατατέθηκε από κοινού Ελλάδας – Κύπρου τον Απρίλιο του 2018, έχοντας τη στήριξη πολλών σημαντικών προσώπων του χώρου και μη.

Στις 22 Φεβρουαρίου 2020, πραγματοποιείται με επιτυχία στην Αίθουσα Συνεδριάσεων της Παλαιάς Βουλής (Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, Αθήνα), η Επίσημη Τελετή κατά την οποία η Υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού, κ. Λίνα Μενδώνη, επέδωσε στην Ομοσπονδία Συλλόγων Ιεροψαλτών Ελλάδος –ως εκπρόσωπο της εν Ελλάδι Ιεροψαλτικής Κοινότητας- το αποδεικτικό της εγγραφής στην UNESCO. Στην τελετή παρευρέθηκαν σημαντικά πρόσωπα, όπως ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Γέροντας Εφραίμ, ο οποίος μίλησε για τη σημασία της ψαλτικής τέχνης, η οποία αποτελεί μια σημαντική κληρονομιά της Ελλάδας και της Ορθοδοξίας, αναφερόμενος στην κληρονομιά που τόσοι Άγιοι μάς παρέδωσαν. Επίσης, σημείωσε ότι η Μονή Βατοπαιδίου θα βρίσκεται πάντοτε στο πλευρό των ψαλτών και θα τους συμπαραστέκεται. Τέλος, η Πρέσβειρα Καλής Θελήσεως της UNESCO, κα Μαριάννα Βαρδινογιάννη, δήλωσε βαθιά συγκινημένη για την ένταξη της ψαλτικής στην άυλη κληρονομιά της UNESCO.

Εκφραστές της Βυζαντινής Μουσικής σε Ελλάδα και εξωτερικό

Η Βυζαντινή μουσική εκφράζεται, ως γνωστόν, από τον λεγόμενο Χορό. Από Ψάλτες, δηλαδή, οι οποίοι δημιουργούν τη χορωδία για να ψάλλουν/αποδώσουν από κοινού τους ύμνους. Ασφαλώς, μέσα στο Χορό των Ψαλτών υπάρχουν οι ομάδες (μελωδοί και ισοκράτες,) αλλά και μεμονωμένα άτομα, τα οποία αναλαμβάνουν συγκριμένες υποχρεώσεις(Πρωτοψάλτης, Δομέστικος, Κανονάργης, Βαστακτής, Τυπικάρης, Αναγνώστης, κ.ά.). Ο καθορισμός αυτός περιγράφεται στα μουσικά χειρόγραφα και στις Τυπικές διατάξεις.Βέβαια, όπως γίνεται κατανοητό, μια πλήρης ανάπτυξη ενός Βυζαντινού Χορού Ψαλτών, ώστε να έχουμε μια σαφέστερη εικόνα λειτουργίας αυτού, δεν είναι εφικτή για κάθε τέλεση ακολουθίας. Για το λόγο αυτό, τις τελευταίες δεκαετίες, αρκετές χορωδίες Βυζαντινής Μουσικής οργανώνουν σε μικρό κύκλο (κυρίως σε ενορίες) συναυλίες. Υπάρχουν,όμως, και χορωδίες οι οποίες προσκαλούνται στα Μέγαρα Μουσικής στην Ελλάδα και στο εξωτερικό για να παρουσιάσουν μέρος από τον μουσικό αυτό πλούτο. Τέτοιες χορωδίες βρίσκονται κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπως Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αλλά και σε πρωτεύουσες των επαρχιών του ελλαδικού χώρου. Αναφορικά, στην Αθήνα υπάρχουν οι Χορωδίες:«Μαΐστορες της Ψαλτικής Τέχνης», «Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία», κ.ά.. Αντιστοίχως, στη Θεσσαλονίκη έχουμε το Σύλλογο ιεροψαλτών Θεσσαλονίκης «Ιωάννης ο Δαμασκηνός», τη χορωδία «Θεσσαλονικείς Υμνωδοί», κ.ά..

«Θεσσαλονικείς Υμνωδοί»

Ο Χορός των Θεσσαλονικέων Υμνωδών ιδρύθηκε το Φεβρουάριο του 2007 από τον Πρωτοψάλτη του Μητροπολιτικού Ναού Θεσσαλονίκης Αγίου Γρηγορίου Παλαμά και επίκουρο καθηγητή της Ανώτατης Εκκλησιαστικής Ακαδημίας Βελλάς Ιωαννίνων,κ. Ιωάννη Αθ. Λιάκο. Η χορωδία απαρτίζεται από καλλίφωνους ψάλτες-συνεργάτες και μαθητές του κ. Λιάκου, οι περισσότεροι των οποίων κατέχουν δίπλωμα Βυζαντινής Μουσικής και κοσμούν τα ιερά αναλόγια των Ιερών Ναών της Θεσσαλονίκης και άλλων πόλεων σεΕλλάδα, Κύπρο αλλά και εξωτερικό.

Ο Χορός έχει ως κύριο σκοπό του την έρευνα, την σπουδή και την παρουσίαση των συνθέσεων Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών μελουργών, την ψαλμώδηση ιερών ακολουθιών σε διάφορες λατρευτικές συνάξεις και την παρουσίαση του μουσικού αυτού πλούτου σε Ελλάδα και εξωτερικό.

Η χορωδία έχει συμμετάσχει σε πολλές συναυλίες και εκδηλώσεις τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό για την παρουσίαση του μουσικού αυτού πλούτου. Πιο συγκεκριμένα, οι «Θεσσαλονικείς Υμνωδοί» έχουν συμμετάσχει σε συναυλίες στο Μέγαρο Μουσικής Τσαϊκόφσκι (Μάιος 2013 και Μάιος 2016), στο Κρεμλίνο (κρατικό ανάκτορο Μόσχας) στα πλαίσια της μεγάλης συναυλίας που ήταν αφιερωμένη στο έτος Ελλάδας-Ρωσίας (Οκτώβριος 2016), στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Δεκέμβριος 2011), όπου παρουσίασαν τη δραματουργία του Αγίου Ιωάννη της Κλίμακος σε σύνθεση του καθηγητή κ. Γρηγορίου Στάθη, η οποία συναυλία επαναλήφθηκε το Φεβρουάριο του 2012 στο Βόλο. Επίσης, μαζί με την κρατική ορχήστρα της Μόσχας, έδωσαν συναυλία στο Ωδείο Τσαϊκόφσκι (Δεκέμβριος 2012). Ακόμα, έχουν συμμετάσχει σε πολλές άλλες συναυλίες σε πόλεις της Ελλάδος, της Κύπρου και της Ρωσίας. Επιπλέον, οι «Θεσσαλονικείς Υμνωδοί» έχουν ψάλλει στα εγκαίνια της Διεθνούς Εκθέσεως Θεσσαλονίκης μεταξύ των ετών 2017-2019.

Το 2007, έτος ίδρυσης του Χορού Ψαλτών «Θεσσαλονικείς Υμνωδοί», εκδίδεται ο πρώτος ψηφιακός δίσκος με τίτλο «Σε τον ιεράρχην και λειτουργόν του Κυρίου….», ο οποίος αποτέλεσε επετειακή έκδοση της Ι.Μ. Παντοκράτορος Αγίου Όρους, με την ευκαιρία της ανακηρύξεως του έτους από τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο, ως «έτος του εν Αγίοις πατρός Ιωάννου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου» για τη συμπλήρωση 1.600 ετών από την κοίμησή του. Την επόμενη χρονιά (2008), κυκλοφορεί ο δεύτερος και διπλός ψηφιακός δίσκος (2 CDs) με τίτλο «Χαίρε μάρτυς Δημήτριε», με ύμνους της Μ. Εβδομάδος και της Ακολουθίας του Αγίου Δημητρίου, προστάτη και πολιούχου της Θεσσαλονίκης. Το 2013 κυκλοφορεί ο τρίτος ψηφιακός δίσκος με τίτλο «Γρηγόριε θαυματουργέ Θεσσαλονίκης το καύχημα», ο οποίος περιέχει ύμνους από την ακολουθία του Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά και συνθέσεις από τον ιε’ – ιθ’ αιώνα.

Μέσω της ιστοσελίδας που έχουν δημιουργήσει οι «Θεσσαλονικείς Υμνωδοί», μπορεί κανείς να ενημερωθεί περαιτέρω για το έργο τους.

Επίλογος

Η Ορθοδοξία αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της ελληνικής πολιτιστικής ιδιαιτερότητας και παραμένει σε ενεργό ιστορική συνέχεια. Συνεπώς, αποτελεί ένα από τα βασικά υλικά για την οικοδόμηση της ελληνικής πολιτιστικής πολιτικής και διπλωματίας. Ο διαθρησκευτικός διάλογος προωθεί το σεβασμό των δικαιωμάτων των διαφορετικών θρησκευτικών κοινοτήτων, ενισχύει την κατανόηση μεταξύ των θρησκειών και κατέχει, αυτοτελώς ή ως ουσιαστική πτυχή του διαπολιτισμικού διαλόγου, σημαντική θέση στο πλέγμα των διεθνών σχέσεων.

Η Ψαλτική αποτελεί μια ζωντανή τέχνη, η πρακτική εφαρμογή της οποίας υφίσταται συγκεκριμένες εξελίξεις και προσαρμογές, δεδομένου ότι ως λόγια παράδοση συνδέεται με διαχρονικά και μεταβαλλόμενα μουσικά και ποιητικά πρότυπα, μια σύζευξη, δηλαδή, στοιχείων πολλαπλών εμπλουτισμών. Έτσι, η τεχνογνωσία που αναπτύσσεται σε αυτό το χώρο ανιχνεύεται με την προσέγγιση συγκεκριμένων κριτηρίων και με βάση τις εκάστοτε διαμορφούμενες ιστορικές αναγκαιότητες. Από τις σημαντικότερες, ωστόσο, παραμέτρους μιας συνολικής εικόνας της τεχνογνωσίας, που συνδέεται με το ευρύ πεδίο των ειδικών γνώσεων, αφορά στις συγκεκριμένες ειδικότητες που διαμορφώνουν το συνολικό έργο της ψαλτικής.

Η βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική αποτελεί, εκτός από τέχνη, επιστήμη, όπως προαναφέρθηκε. Έλληνες και ξένοι ιστοριογράφοι συμφωνούν ότι οι εκκλησιαστικοί ήχοι και γενικότερα το σύστημα της εκκλησιαστικής μουσικής έχει άμεση σχέση με το αρχαίο ελληνικό σύστημα. Σύμφωνα με τον καθηγητή κ. Γρηγορίου Θ. Ψάλτη, η βυζαντινή σημειογραφία προέρχεται από το ελληνικό αλφάβητο. Συγκεκριμένα, στο βιβλίο του «Τιμή προς τον διδάσκαλον» αναφέρει και αποδεικνύει πως «η σημειογραφία της ελληνικής μουσικής, όπως πρωτοφανερώθηκε τους βυζαντινούς χρόνους και εξελίχθηκε, διαδόθηκε και διατηρήθηκε αναλλοίωτη ως προς τη βασική της φύση, μορφή, δομή και λειτουργία των στοιχείων της μέχρι σήμερα, είναι ένα σοφό ελληνικό μουσικό αλφάβητο. Ως αλφάβητο χωράει και στέκει πλάι στα αλφάβητα και ιδιογράμματα των γλωσσών του κόσμου». Η καταγραφή της υμνολογίας µε σημειογραφία και η παράδοσή της µε χειρόγραφους κώδικες αρχίζει στα μέσα του ι’ αιώνος ή και λίγο νωρίτερα.

Η σημειογραφία (ή σηµαδογραφία ή παρασηµαντική)αποτελεί αποκύημα του βυζαντινού πνεύματος και πολιτισμού και είναι ένα σοφό σύστημα, στην κυριολεξία ένα ηχητικό αλφάβητο, απότοκο του ελληνικού αλφαβήτου των γραμμάτων, για την τέλεια έκφραση της μονοφωνικής λογικής μουσικής. Όλοι οι μουσικοί και υμνογράφοι από τον 3ο έως και τον 7ο αιώνα, που εμφανίζεται ο Ιωάννης ο Δαμασκηνός, είχαν την ελληνική Παιδεία και γνώριζαν κατά βάθος την αρχαία ελληνική μουσική, όπως παρατηρείται και από τα έργα τους. Βέβαια, η μουσική αυτή, όπως άλλωστε και κάθε άλλη τέχνη, εμφανίστηκε στην αρχή ατελής, ενώ στη συνέχεια εξελίχθηκε και αναπτύχθηκε ανά τους αιώνες.

Σιάπκαρη Παναγιώτα

Πηγές:

  1. Για άυλη πολιτιστική κληρονομιά Ελλάδος:
    http://ayla.culture.gr/.
  2. Για Βυζαντινή Μουσική/Ψαλτική:
    http://ayla.culture.gr/psaltiki_texni/και

http://www.ypapanti-patrida.gr/?page_id=322#.Xrae0GgzZPY.

  1. Για «Θεσσαλονικείς Υμνωδοί»:
    https://thessalonikisymnodoi.blogspot.com/.
  2. Για Επίσημη Τελετή UNESCO:
    https://www.paron.gr/2020/02/22/kai-episimos-i-vyzantini-moysiki-stin-ayli-politistiki-klironomia-tis-unesco/
  3. Για πολιτιστική διπλωματία:
    https://www.mfa.gr/eidika-themata-exoterikis-politikis/politistike-diplomatia/ και
    https://repository.kallipos.gr/bitstream/11419/4424/1/15527_Vasileiadis%20Total-KOY.pdf.
  4. Για βυζαντινή σημειογραφία:
    Γρηγόριος Θ. Ψάλτης, Τιμή προς τον διδάσκαλο, Αθήνα 2001.

Για επιστολές υποστήριξης της υποψηφιότητας:
https://ich.unesco.org/doc/src/39913.pdf

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here