*Χάρης Λ. Καραμπαρμπούνης, Πρέσβης ε.τ.

Το πολιτιστικό φαινόμενο στην εποχή μας είναι περίπλοκο. Ενσωματώνει ταυτόχρονα στοιχεία από την εθνική, τη διεθνή και την παγκόσμια κουλτούρα. Αν ρίξουμε μια ματιά στις απλές καθημερινές συνήθειες και πρακτικές (ενδυματολογικές, γαστρονομικές), διαπιστώνουμε ότι κάθε εθνική κουλτούρα διακρίνεται για ορισμένα χαρακτηριστικά γνωρίσματα (εθνικές ετικέτες) καθώς και ότι στοιχεία της εθνικής κουλτούρας ενσωματώνονται σε άλλες εθνικές κουλτούρες (παγκοσμιοποίηση)

Όταν κάνουμε λόγο για «πολιτιστική παγκοσμιοποίηση» στην εποχή μας, εννοούμε την εντατικοποίηση και εξάπλωση των πολιτιστικών ανταλλαγών σε όλο τον πλανήτη. Το φαινόμενο αυτό θέτει τη διεθνή κοινότητα ενώπιον ενός τριπτύχου ερωτημάτων, δηλαδή (α) ποίες οι επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης στον παγκόσμιο πολιτιστικό αστερισμό και ειδικότερα στις εθνικές κουλτούρες (β) εάν υπάρχουν αντιστάσεις στο φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης τόσο σε διεθνές όσο και σε εθνικό επίπεδο και (γ) ποίες οι σύγχρονες μορφές πολιτιστικής δράσης, με ατόφια ή σύνθετη διάσταση.Όσο και αν φαίνεται περίεργο, η πρώτη μορφή παγκοσμιοποίησης δεν εκδηλώθηκε στον οικονομικό τομέα, αλλά στον ευρύτερο χώρο της φιλοσοφίας και του πολιτισμού. ΄Ιχνη της συναντούμε ήδη από την αρχαιότητα και σε όλα τα στάδια ανάπτυξης της διεθνούς κοινωνίας, όπως στον ελληνικό κοσμοπολιτισμό, στην pax romana, στην κοινωνία της χριστιανοσύνης, στον «εκδυτικισμό», στον διαφωτισμό, στον καπιταλισμό και ιμπεριαλισμό, στον διεθνισμό και στην πολυμερή συνεργασία.Η παγκοσμιοποίηση, στη σύγχρονη εποχή, αποτελεί στην ουσία «επιτάχυνση του χρόνου και συρρίκνωση του χώρου» και αρχίζει να απασχολεί τη διεθνή επιστημονική κοινότητα κυρίως από τις αρχές της δεκαετίας του 1960. Τη δεκαετία αυτή η έννοια καταγράφεται στο λεξικό Webster (1961), ενώ ρίπτονται και οι πρώτες ιδέες, όπως το «Παγκόσμιο Χωριό» (Global Village) του Marshall McLuhan και η έννοια της «Παγκόσμιας Κοινωνίας» του John Morton. Μόλις τη δεκαετία του 1990 αρχίζει το φαινόμενο αυτό να παίρνει σάρκα και οστά. Σε αυτό συντέλεσαν καθοριστικοί παράγοντες, όπως (α) η «φιλελευθεροποίηση» του εμπορίου, η αύξηση του ρόλου των διεθνών οικονομικών οργανισμών και η συγκρότηση των πρώτων πολυεθνικών εταιριών σε σφαιρική βάση (β) η «τεχνολογική επανάσταση», ιδίως στον τομέα των επικοινωνιών, με κορύφωση τη δημιουργία ενός «παγκόσμιου διαδικτύου» που επέσπευσε τη διάδοση των ιδεών και εικόνων σε ολόκληρο τον πλανήτη (γ)ο «ολοκληρωτικός χαρακτήρας» των παγκόσμιων προκλήσεων, όπως η έκρηξη των δημογραφικών δεδομένων, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος και η διάδοση των πανδημιών (δ) η «ριζική αναμόρφωση του παγκόσμιου πολιτικογεωγραφικού χάρτη», μετά την κατάρρευση του ανατολικού συνασπισμού και την ενσωμάτωση των πρώην μελών της στην οικονομία της αγοράς, καθώς και η ανάδυση νέων πολιτικοοικονομικών δυνάμεων παγκόσμιας εμβέλειας.

Το θέμα των επιπτώσεων της παγκοσμιοποίησης στην παγκόσμια κουλτούρα έχει απασχολήσει πολλούς σύγχρονους στοχαστές. Στο θεωρητικό επίπεδο, ο Γάλλος διανοητής Jacques Attali πιστεύει ότι οι άξονες του δυτικού πολιτισμού, δηλαδή η οικονομία της αγοράς και η διαδικασία εκδημοκρατισμού, αλλοιώνονται από το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης. Η μόνη έξοδος για να παρακαμφθούν οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν είναι η στροφή προς άλλους πολιτισμούς, που μπορούν να αναβαπτίσουν το παγκόσμιο πολιτιστικό μίγμα. Σημαντική, αν και αμφιλεγόμενη, είναι η θεωρία του Αμερικανού καθηγητή Samuel Huntington, ο οποίος έχει υποστηρίξει ότι η «σύγκρουση» των κρατών ήταν ο κανόνας της νεότερης ιστορίας: στον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση μεταξύ των μοναρχών, στη γαλλική επανάσταση μεταξύ μοναρχών και των υπηκόων τους, στη ρωσική επανάσταση μεταξύ των οπαδών του κομμουνισμού και του φιλελευθερισμού. Στην εποχή μας αυτή η σύγκρουση μετατοπίζεται στο πεδίο των «πολιτισμών» με τους λαούς να συνειδητοποιούν τις πολιτιστικές τους διαφορές και να τις μεταφέρουν στο επίπεδο της πολιτικής αντιπαράθεσης. Σε αντίθετα συμπεράσματα καταλήγει ο επίσης Αμερικανός ιστορικός Francis Fukuyama, ο οποίος θεωρεί ότι το τέλος του Ψυχρού Πολέμου σηματοδοτεί το τέλος αυτής της φάσης της ανθρώπινης ιστορίας , αφού δεν υπάρχει πλέον ανταγωνιστικό έδαφος της έκτασης και των επιπτώσεων του μεταπολεμικού κόσμου. Στο πολιτικό επίπεδο, η πολιτιστική παγκοσμιοποίηση εγκυμονεί ποικίλες απειλές για τα εθνικά πρότυπα που προέρχονται από διάφορους παράγοντες, όπως (α) η εμπορευματοποίηση των πολιτιστικών αγαθών, προϊόν της φιλελευθεροποίησης των κανόνων του διεθνούς εμπορίου (β) η εκτίναξη της «πολιτιστικής βιομηχανίας» (γ) ο «πολυπολιτισμικός» χαρακτήρας των σύγχρονων κοινωνιών λόγω και της έξαρσης του φαινομένου της διεθνούς κινητικότητας (μετανάστευση, τουρισμός, σπουδές).

 

Μια ενδιάμεση μορφή πολιτιστικής πολιτικής ανάμεσα στην εθνική και την παγκόσμια κουλτούρα αποτελεί η «ηγεμονική έκφραση», που επιδιώκει τη διάδοση ή ακόμη και την επιβολή ενός συγκεκριμένου πολιτιστικού πρότυπου, που εκφράζεται συνήθως από έναν ή περισσότερους πολιτιστικούς δρώντες (κράτη, διεθνείς οργανισμοί). Στο παρελθόν και κυρίως τον 17ο-19 αιώνα, τον ηγεμονισμό αυτό εξέφραζε η Γαλλία, μέσω της προηγμένης γλώσσας, λογοτεχνίας και διπλωματικής πρακτικής. Στον 20ό αιώνα, τη μερίδα του λέοντος εισπράττουν οι Ηνωμένες Πολιτείες, που φιλοδοξούν να αναλάβουν οικουμενικό ρόλο, χάρις στην κυριαρχία τους στον τομέα της βιομηχανοποίησης της ψυχαγωγίας (κινηματογράφος, μουσική ροκ και ποπ, τηλεόραση) και την υπεροχή τους στα προϊόντα της «μαζικής κουλτούρας», στα επικοινωνιακά μέσα και στην τεχνολογία. ΄Ολες αυτές οι πτυχές συμπυκνώνονται σε αυτό που ο Benjamin Barber αποκαλεί “McWorld” και που η επικράτησή του εκφράζεται σε μια σειρά από ειδικότερους τομείς, όπως (α) η «ομογενοποίηση των διατροφικών και ενδυματολογικών συνηθειών». Ο Αμερικανός κοινωνιολόγος George Ritzer έχει ονομάσει “McDonaldization” την κοινωνικοοικονομική διαδικασία ομοιομορφοποίησης και μιμητισμού, με την επικράτηση των «ταχυφαγείων» (κόκα κόλα, χάμπουργκερ) σε βάρος των κανόνων υγιεινής διατροφής. Η Hillary Mackenzie παρατηρεί ότι η έννοια της παγκοσμιοποίησης είναι συνώνυμη με τα εμπορικά σήματα «Nike, Levi, blue jeans) (β) ο «επικοινωνιακός συγκεντρωτισμός», δηλαδή η συγκέντρωση των μέσων ενημέρωσης σε τεράστια πολυεθνικά συγκροτήματα, που αποτελούν τα 2/3 της παγκόσμιας βιομηχανίας, που με τις παράλληλες επικοινωνιακές και ψυχαγωγικές αλυσίδες (ραδιοφωνικοί και τηλεοπτικοί σταθμοί, κινηματογράφοι, μουσικά κανάλια) ασκούν τις δραστηριότητες αυτές συχνά με εμπορευματικά κριτήρια, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται καταστάσεις ολιγοπωλίου, αντίστοιχα με εκείνα των βιομηχανιών αυτοκινήτων και πετρελαίων του 20ού αιώνα (γ) η «επικράτηση της αγγλικής γλώσσας ως lingua franca». Η επικράτηση αυτή, που ομοιάζει με εκείνη της γαλλικής γλώσσας την περίοδο της απολυταρχίας, οφείλεται στην παγκόσμια διάδοση της αγγλικής και την ανάγκη κατανόησης των όρων της σύγχρονης αμερικανικής τεχνολογίας, στις διεθνείς επιστημονικές δημοσιεύσεις και στις συχνές μετακινήσεις τουριστών και μεταναστών. Στην εξάπλωση αυτή έχει συμβάλει και η σταδιακή περιθωριοποίηση ή και εξαφάνιση γλωσσών ιστορικού παρελθόντος (από τις 14.500 καταγεγραμμένες γλώσσες τον 16ον αιώνα, σήμερα έχουν απομείνει μόνο 3000 περίπου).

Σημειωτέο ότι το ηγεμονικό πρότυπο έχει οδηγήσει τις ΗΠΑ να εκμεταλλευθούν την κυρίαρχη θέση τους για να συνάψουν διμερείς συμφωνίες, με «ρήτρα» τον περιορισμό της έκτασης άσκησης αυτόνομης πολιτιστικής πολιτικής των πιο αδύναμων χωρών. Πάντως, ο αμερικανισμός έχει επικριθεί από πολλούς πολιτικούς συγγραφείς. Ο Κίσινγκερ έλεγε κυνικά ότι «η παγκοσμιοποίηση είναι το νέο όνομα της αμερικανικής ηγεμονικής πολιτικής. Και ο ισπανόφωνος νομπελίστας συγγραφέας Vargas Llosa έκανε λόγο για μια νέα περίοδο αποικιοκρατίας, με αιχμή τον αμερικανικό πολιτιστικό ιμπεριαλισμό. Η «πολιτιστική διπλωματία» αποβλέπει (α) στην προβολή των πολιτιστικών αξιών και επιτευγμάτων μιας χώρας (β) στην προώθηση της πολιτιστικής συνεργασίας και (γ) στη συνεισφορά στον παγκόσμιο πολιτισμό. Συνήθως ασκείται από κράτη, χωρίς να αποκλείονται οι διεθνείς οργανισμοί (π.χ. ΟΥΝΕΣΚΟ), αλλά και ιδιωτικοί πολιτιστικοί φορείς (π.χ. Ιδρύματα, Ινστιτούτα, Κέντρα). Οι πολιτιστικές πολιτικές των κρατών διακρίνονται ανάλογα με τον βαθμό εμπλοκής του κράτους σε δύο μεγάλες κατηγορίες: τις κρατοκεντρικές, όπου το κράτος ασκεί τον κυρίαρχο ρόλο στη χάραξη της πολιτιστικής πολιτικής, αλλά και στην παροχή της κατάλληλης υποδομής και τις αποκεντρωμένες, στις οποίες το κράτος παίζει μόνο επικουρικό ρόλο. Στην πρώτη κατηγορία ανήκει η Γαλλία, που είχε πρωταρχικό λόγο από την εποχή των Λουδοβίκων και είχε επιβάλει τη γαλλική γλώσσα και τα πολιτισμικά ήθη στις ευρωπαϊκές αυλές και τη διπλωματία. Από τον 19ο αιώνα, το Παρίσι πρωταγωνιστεί σε πολιτιστικές, εκπαιδευτικές και ιεραποστολικές αποστολές για τη διάδοση του γαλλικού πολιτισμού και την άσκηση επιρροής σε όλο τον πλανήτη. Σημαντικό ρόλο στη διατήρηση της γαλλικής ακτινοβολίας παγκοσμίως έπαιξε η Alliance Française (1883) και σήμερα η «Διεθνής Οργάνωση Γαλλοφωνίας» (μέλος της οποίας είναι και η Ελλάδα), το Υπουργείο Πολιτισμού (1959, με επικεφαλής τον συγγραφέα André Malraux) και τα ανά τον κόσμο γαλλικά ινστιτούτα. Την κρατοκεντρική προσέγγιση ακολουθεί και η Γερμανία, που με το «Ινστιτούτο Goethe», αποβλέπει όχι μόνο στη διάδοση της γερμανικής γλώσσας, αλλά και στον καθησυχασμό της παγκόσμιας γνώμης από την επανεμφάνιση ενός γίγαντα με σκοτεινό παρελθόν. Στην ίδια τροχιά κινούνται και άλλες χώρες, όπως η Κίνα (Ινστιτούτα Κομφούκιος), Ιταλία (Casa d’ Italia), Ισπανία (Ινστιτούτα Θερβάντες).

Σε αντίθετη κατεύθυνση κινείται η Μεγάλη Βρετανία, που δεν χρησιμοποίησε τον πολιτισμό ως εργαλείο για τη διείσδυσή της στα αποικιακά κέντρα και κατένειμε τις πολιτιστικές αρμοδιότητες σε αποκεντρωμένους πολιτιστικούς φορείς. Πρόκειται για τις δύο φημισμένες ημι-επίσημες υπηρεσίες, το BBC (1922) και το British Council (1934), ενώ μόλις μετά το 1990 συστήθηκε ένα κεντρικό κυβερνητικό όργανο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, ακολουθώντας την αγγλοσαξονική αντίληψη, περιόρισε την ομοσπονδιακή κρατική παρέμβαση στο Εθνικό ΄Ιδρυμα Ενίσχυσης των Τεχνών, αφήνοντας το κύριο βάρος της πολιτιστικής δραστηριότητας είτε στις Ομόσπονδες Πολιτείες, είτε στην ιδιωτική πρωτοβουλία Οι όποιες αμερικανικές υπηρεσίες που λειτουργούν σε κρατικό επίπεδο αφορούν μάλλον τη δημόσια διπλωματία παρά την πολιτιστική προβολή (Φωνή της Αμερικής 1942, Radio Free Europe 1950, Αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών 1953, που το 1999 ενσωματώθηκε στο Στέϊτ Ντιπάρτμεντ. Σκοπός των υπηρεσιών αυτών ήταν αρχικά η αντίκρουση της σοβιετικής προπαγάνδας και αργότερα η βελτίωση της διεθνούς εικόνας, η γύμνια της οποίας αποκαλύφθηκε ιδίως μετά το τρομοκρατικό πλήγμα της 11/9/2001. Όσον αφορά την Ελλάδα σημειώνουμε ότι δύο βασικοί κρατικοί πολιτιστικοί φορείς είναι το Υπουργείο Πολιτισμού για τις εσωτερικές εκδηλώσεις και το Υπουργείο Εξωτερικών για τις εξωτερικές δράσεις, που συνεπικουρούνται από το «Ιδρυμα Ελληνικού Πολιτισμού» (1992) και άλλα ελληνικά κέντρα της αλλοδαπής. Η Ελλάδα διαθέτει στον τομέα του πολιτισμού ορισμένα συγκριτικά πλεονεκτήματα, όπως η οικουμενικότητα της ελληνικής γλώσσας και του πολιτισμού και η συνακόλουθη μελέτη τους από ξένα εκπαιδευτικά ιδρύματα με συμμάχους τον ελληνισμό του εξωτερικού (Απόδημοι, Ορθόδοξα Πατριαρχεία) και την ακτινοβολία των Ολυμπιακών Αγώνων.

 

Σημαντική εστία προστασίας της πολιτιστικής κληρονομιάς αποτελούν οι διεθνείς οργανισμοί που αναπτύσσουν έντονη δραστηριότητα στον πολιτιστικό τομέα. Ξεκινούμε από τους ευρωπαϊκούς οργανισμούς, την οποία εκφράζουν την ανησυχία τους για την «πολιτιστική επίθεση» που υφίστανται οι λαοί της ευρωπαϊκής ηπείρου από τις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης. Επισημαίνουμε τη Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ρώμη 1950) που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο της Ευρώπης για την προστασία της γλώσσας και εκπαίδευσης. Σε ανάλογο πλαίσιο, η Συνθήκη της Λισαβόνας (2007) προέβλεψε ότι η Ευρωπαϊκή ΄Ενωση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον πολιτισμό σε όλες τις δράσεις της, ώστε να προωθεί μεταξύ άλλων και την πολιτιστική πολυμορφία.

Καθοριστική στον τομέα της διαφύλαξης της εθνικής κουλτούρας είναι η συμβολή της ΟΥΝΕΣΚΟ, που εκφράστηκε αρχικά με τη Σύμβαση για την άϋλη πολιτιστική κληρονομία (π.χ. παραδόσεις, γλώσσα, τέχνες θεάματος, τελετουργικές και εορταστικές εκδηλώσεις, χειροτεχνία, 2003). Η τελευταία αποτελεί το εργαλείο που επιτρέπει στην υλική κληρονομία από αδρανές αντικείμενο να μετατραπεί σε ζωντανό οργανισμό και αντίστροφα στην άυλη κληρονομία να αποκτήσει συγκεκριμένο περιεχόμενο. Και οι δύο αυτές διαστάσεις συναντώνται και συνθέτουν την «πολιτιστική κληρονομιά», η οποία, κατά τη Σύμβαση, υφίσταται συνεχώς την απειλή της υποβάθμισης ή και εξαφάνισης. Σημαντικότερη είναι η συνεισφορά της ΟΥΝΕΣΚΟ στον τομέα της πολιτιστικής πολυμορφίας και της «πολιτιστικής εξαίρεσης». Η τελευταία, που υποδηλώνει την πλήρη αποδέσμευση των πολιτιστικών αγαθών από το νομικό καθεστώς των εμπορικών συναλλαγών, προβλήθηκε αρχικά κατά τον εμπορικό Γύρο της Ουρουγουάης στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και τις διαπραγματεύσεις για την πολυμερή συμφωνία των επενδύσεων στο πλαίσιο του ΟΟΣΑ. Και οι δύο αυτές διασκέψεις δεν αποδέχθηκαν την έννοια της «πολιτιστικής εξαίρεσης». Στο πνεύμα αυτό, υιοθετήθηκε το 2001 η Διακήρυξη για την Πολιτιστική Πολυμορφία, η οποία επιβεβαίωνε ότι ο πολιτισμός, εκτός από τις τέχνες και τα γράμματα, περιλαμβάνει τον τρόπο ζωής, τα συστήματα αξιών, τις παραδόσεις και τα πιστεύω. Αναγνώριζε ότι η πολυμορφία είναι τόσο απαραίτητη για το ανθρώπινο είδος όσο και η βιοποικιλότητα για την τάξη των ζώντων οργανισμών. Επισήμανε ότι ο σεβασμός της πολυμορφίας των πολιτισμών αποτελούσε εγγύηση ειρήνης και διεθνούς ασφάλειας και ότι «τα πολιτισμικά αγαθά και οι πολιτισμικές υπηρεσίες, ως φορείς πολιτιστικής ταυτότητας» δεν πρέπει να θεωρούνται ως προϊόντα ή αγαθά κατανάλωσης.

Κορυφαίο έργο της ΟΥΝΕΣΚΟ είναι η Σύμβαση για την προστασία και προώθηση της πολυμορφίας των πολιτιστικών εκφράσεων (2005), η πεμπτουσία της οποίας είναι η αναγνώριση της καθαρά πολιτισμικής διάστασης ορισμένων ανταλλαγών, ώστε αυτές να εξαιρεθούν, στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου, από τις συνήθεις εμπορικές ανταλλαγές. Η Σύμβαση αυτή αντανακλά την αυξανόμενη ανησυχία για τις επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης τόσο αναφορικά με τη διατήρηση της παγκόσμιας κληρονομίας, όσο και ως προς την εμπορευματοποίηση των πολιτιστικών αγαθών. Συγκεκριμένα, η λεγόμενη κουλτούρα της μάζας (βιβλία, δίσκοι μουσικής, λογισμικά πολιτιστικού ή πληροφοριακού περιεχομένου) κυριαρχείται από ορισμένα οικονομικά κέντρα που δεν έχουν ως σκοπό μόνο την ιδεολογική επιρροή, αλλά και την εξασφάλιση σημαντικών οικονομικών πλεονεκτημάτων. Ως αντίδραση στην απειλή ενός «πολιτιστικού ιμπεριαλισμού», η Σύμβαση υπογραμμίζει τη διπλή φύση-πολιτιστική και εμπορική-«των δράσεων, αγαθών και υπηρεσιών», με σκοπό την προστασία και προώθηση της πολυμορφίας των πολιτιστικών εκφράσεων, την αναγνώριση της ιδιαίτερης φύσης των δράσεων και αγαθών, την ενίσχυση της διεθνούς συνεργασίας και αλληλεγγύης προς όφελος των αναπτυσσόμενων κρατών και τη συμπληρωματικότητά της με άλλες ανάλογες συνθήκες. Στη διάσκεψη για τη Σύμβαση αυτή το αίτημα της «πολιτιστικής εξαίρεσης» απορρίφθηκε, αλλά υιοθετήθηκε η αρχή της «ιδιαίτερης πολιτιστικής φύσης» των δράσεων, αγαθών και υπηρεσιών ως φορέων πολιτιστικών ταυτοτήτων και αξιών. Ο χαρακτηρισμός αυτός σήμαινε ότι οι πολιτιστικές δράσεις, χωρίς να διεκδικούν καθεστώς διαφορετικό από εκείνο των εμπορικών συναλλαγών, επισημαίνουν ότι δεν μπορούν να εξομοιωθούν με απλά εμπορεύματα, αλλά επιδιώκουν τη θέσπιση ορισμένων κανόνων που δικαιολογούνται από την εξειδικευμένη φύση τους. Στη Διάσκεψη της Σύμβασης για τη πολυμορφία διαμορφώθηκαν δύο τάσεις. Πρώτο, εκείνη της Γαλλίας, με την ιστορική πολιτιστική της συνεισφορά και του Καναδά με τον πολυεθνικό του ιστό, με την οποία συντάχθηκαν η Γερμανία, το Βέλγιο και η Ελλάδα που υποστήριξαν ότι τα πολιτιστικά αγαθά είναι κάτι περισσότερο από απλά εμπορεύματα και δικαιολογούν την εξαίρεσή τους από τους εμπορικούς κανόνες. Δεύτερο, εκείνη των Ηνωμένων Πολιτειών, που με αρωγό τις άλλες αγγλοσαξονικές χώρες (Αγγλία, Ολλανδία, σκανδιναβικές χώρες και Ισραήλ) χαρακτήρισαν την πολιτιστική εξαίρεση ως εμπόδιο στο απρόσκοπτο άνοιγμα των αγορών και παραβίαση της αρχής της ελεύθερης κυκλοφορίας των αγαθών και των προϊόντων του πνεύματος. Ας θυμηθούμε ότι οι αμερικανικές βιομηχανίες πληροφορικής, επικοινωνίας και ψυχαγωγίας αποτελούν έναν από τους πιο προσοδοφόρους τομείς της οικονομίας. Τελικά η πολιτιστική εξαίρεση δεν ενσωματώθηκε ως αρχή, αλλά αυτή η απόρριψη δεν παρεμπόδιση την επιψήφιση της Σύμβασης για την πολυμορφία το 2005, παρά την αμερικανοϊσραηλινή καταψήφισή της.

 

Στις πιέσεις απορρόφησης της εθνικής πολιτιστικής κληρονομίας έχουν αναπτυχθεί τελευταία χρόνια διάφορα κύματα αντίστασης, αντίδρασης και αμφισβήτησης της παγκοσμιοποίησης και συνεπώς και της πολιτιστικής της διάστασης. Στο πλαίσιο αυτό, εντάσσουμε (α) τα κινήματα «αντι-παγκοσμιοποίησης», με αφετηρία, από τα τέλη της δεκαετίας του 1990, τις συνόδους του ΠΟΕ και του ΔΝΤ (β) οι τάσεις «απο-παγκοσμιοποίησης», που αποβλέπουν στην απεμπλοκή της διεθνούς κοινότητας από τη μέγγενη της παγκοσμιοποίησης (γ) την «αμφισβήτηση του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης», ιδίως από την πλευρά των νεορεαλιστών (Kenneth Walz, Robert Gilpin), που ισχυρίζονται ότι η παγκοσμιοποίηση είναι έννοια υπερτιμημένη και ότι αποτελεί μια συγκεκαλυμμένη μορφή «κρατικής κυριαρχίας», όπως του Ηνωμένου Βασιλείου τον 19ο αιώνα και τον 19ο αιώνα και των ΗΠΑ του 20ού και 21ου αιώνα (δ) την «αμφισβήτηση του παράγοντα «κουλτούρα» στο διεθνές σύστημα, από τη δυτική σχολή που θεωρεί την πολιτιστική διάσταση δευτερεύουσας σημασίας για το διεθνές σύστημα, όπου επικρατεί η λογική της κυριαρχίας του κράτους, της ισορροπίας δυνάμεων, του διεθνούς δικαίου και της διπλωματίας (ε) την «αμφισβήτηση απώλειας εθνικής πολιτιστικής ταυτότητας», με υπέρμαχους τους Αμερικανούς, οι οποίοι χαρακτήρισαν τον πολιτιστικό ιμπεριαλισμό απλά ως πολιτιστική διπλωματία.

Κλείνουμε με αυτές τις αντιδράσεις και αμφισβητήσεις όχι διότι τις υιοθετούμε, τουλάχιστον στην έκταση που προβάλλονται, αλλά γιατί θέλουμε να τονίσουμε ότι το φαινόμενο της παγκοσμιοποίησης είναι εξαιρετικά περίπλοκο. Η ιστορία θα καταδείξει κατά πόσο η παγκοσμιοποίηση θα καταλήξει σε μια κοινωνική και πολιτιστική αποδιάρθρωση του σημερινού παγκόσμιου συστήματος ή εάν απλώς θα το εμπλουτίσει και θα το οδηγήσει σε νέες μορφές έκφρασης, όπως συμβαίνει στις περισσότερες ιστορικές διαδρομές.΄Οσον αφορά την τελευταία περίπτωση, παρατηρούμε ότι πρόκειται για μια διαδικασία αμφίδρομη, που μπορεί να δημιουργήσει ένα υβριδικό καθεστώς, προϊόν επιμειξίας, ευρωπαϊκών, αμερικανικών, ασιατικών και αφρικανικών στοιχείων. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η περίπτωση της λεγόμενης «glocalization», δηλαδή του συγκερασμού του global με το local, που εφαρμόζει την τεχνική του σχεδιασμού σε πλανητική βάση, ώστε να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των ολοένα διαφοροποιημένων τοπικών αγορών. Αυτή η υβριδοποίηση οδηγεί πολλές φορές σε καταστάσεις εμπλουτισμού της μιας κουλτούρας από μια άλλη (π.χ. στον χώρο της μουσικής, του κινηματογράφου, της διατροφής και της γλώσσας). Συναφής είναι και η έννοια της «grobalization” που συνδέει το «παγκόσμιο με την ανάπτυξη». Συμπερασματικά, αναμφίβολα ανιχνεύουμε στη σύγχρονη πολιτιστική πλατφόρμα στοιχεία της εθνικής, της ηγεμονικής και της παγκόσμιας κουλτούρας. Και αναμφίβολα εντοπίζουμε αλληλεπιδράσεις ανάμεσα στις κουλτούρες αυτές. Το προϊόν αυτών των πολιτιστικών προτύπων είναι ένα περίπλοκο μίγμα με στοιχεία «διατήρησης, επικράτησης, απορρόφησης, συμβίωσης ή υβριδοποίησης» όλων των προτύπων και επιπέδων της κουλτούρας.

 

 

Ενδεικτική βιβλιογραφία

Αλμπάνης Ευστρ. Παγκοσμιοποίηση. Αθήνα, εκδ. Τροχαλία 1998/ Βεργόπουλος Κων. Παγκοσμιοποίηση. Η μεγάλη χίμαιρα. Αθήνα, εκδ. Λιβάνης 1999/Βέργος Κων. Γεωπολιτική των Εθνών και της Παγκοσμιοποίησης. Αθήνα, εκδ. Παπαζήσης 2004/ Δάμτσας Σπύρος Διεθνείς Σχέσεις και Παγκοσμιοποίηση. Αθήνα, εκδ. Πατάκης 2000/Ζαρίφης Παν. Το κράτος και η «Η Σύγκρουση των Πολιτισμών». Αθήνα, εκδ. Μαϊστρος 2009/Κονσόλα Ντ. Πολιτιστική Ανάπτυξη και Πολιτική. Αθήνα, εκδ. Παπαζήσης 2006/Κωστάκης Μάριος «Ελληνική Πολιτιστική Εξωτερική Πολιτική»,, εκδ. Οξύ, 2007Πλάντζος Δημ. Παγκοσμιοποίηση και Εθνική Κουλτούρα. Αθήνα, εκδ. Αλεξάνδρεια 2009/Ρώμας Χρ. (επιμ.) Παγκοσμιοποίηση. Αισιόδοξη ή απειλή; Αθήνα, εκδ. Σαββάλας 2001/Σιούσουρας Π.& Χαζάκης Κων. (επιμ.) Παγκοσμιοποίηση, Ευρωπαϊκή ΄Ενωση και Ελλάδα. Αθήνα, εκδ. Ποιότητα 2009/ Τζουμάκα Ελένη Πολιτιστική Διπλωματία. Αθήνα, εκδ. Ι. Σιδέρης 2005/Χριστογιάννης Γ. Ελληνική Πολιτιστική Διπλωματία. Αθήνα, εκδ. ΄Ελλην, 2006

Βaylis J.& Smith St. H παγκοσμιοποίηση της Διεθνούς Πολιτικής. Θεσσαλονίκη, εκδ. Επίκεντρο 2007/Bonfiglioli Chiara/Budgen Sebastien La Planete altermondialiste. Paris, ed. Textuel, 2006/Βrown G &Held D. The Cosmopolitanism Reader. UK, published by Polity 2010 /Fukuyama Francis Το Τέλος της Ιστορίας και ο Τελευταίος ΄Ανθρωπος. Αθήνα, εκδ. Λιβάνης 1992/Gagne Gilbert Convention sur la diversite culturelle dans « L’Etat du monde 2007 ». Paris,ed. Decouverte 2007/Held D. & McGrew Anthony Παγκοσμιοποίηση/Αντιπαγκοσμιοποίηση. Αθήνα, εκδ. Πολύτροπον 2004/Ηassner Pierre La these du « choc des civilisations » est une vision fausse de l’ avenir de l’humanite dans « Le nouvel etat du monde». Paris, ed. Decouverte 2002/Hobsbawm Eric Παγκοσμιοποίηση, Δημοκρατία, Τρομοκρατία». Αθήνα, εκδ. Θεμέλιο 2007/Huntingron Samuel (Συμβολές W. McNeil,Θ. Στοφοροόπολου, Κ. Ζουράρις, Γ. Καραμπελιάς, Χρ. Γιανναράς) Η σύγκρουση Ανατολής και η πρόκληση Χάντινγκτον», Αθήνα, Εναλλακτικές εκδόσεις, 1998/Latouche Serge L’ occidentalisation du monde. Paris, ed. Decouverte, 1992/Nye Joseph ΄Ηπια ισχύς. Aθήνα, εκδ. Παπαζήσης 2005/Pfetsch Fr. Πολιτική Κουλτούρα και Ταυτότητα στην Ευρώπη σε «Παγκοσμιοποίηση. Οικονομικές, Πολιτικές, Πολιτισμικές ΄Οψεις» (επιμ. Κατσούλης Ηλ., Ανανιάδη Μπλ., Ιωαννίδης Στ.). Αθήνα,εκδ. Ι.Σιδέρης 2003 /Steger Manfred Globalization. USA, Oxford University press, 2003

Print Friendly, PDF & Email